Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

√ Τα γεφύρια του Αναστάση




Τα γεφύρια του Αναστάση…

Κείμενο: Ανδρέας Ζαρμπαλάς
(απόσπασμα από το διήγημά του "Ο Τρελοαναστάσης")
Γλυπτά: Vassilis Vassili

Σ
την είσοδο του μπαρ είδε τον Αναστάση. Ο Δημήτρης τον κοίταξε ίσια στα μάτια, αλλά εκείνος ήταν χαμένος στον κόσμο του. Τα τελευταία χρόνια είχε παραχοντρύνει. Το γκρίζο ξεθωριασμένο πανωφόρι δεν κούμπωνε πια. Το βλέμμα του γλιστρούσε σα συννεφάκι στα χτίρια, στις φοινικιές, στους περαστικούς και δε σκάλωνε πουθενά. Ήταν αλλού και άλλα έβλεπε. Το μυαλό του έμοιαζε με βαρέλι, που είχε αδειάσει ακέριο και είχαν μείνει ή δεν είχαν μείνει ακόμα κάνα δυο σταγόνες.

- Μάστορα Αναστάση, τι κάνεις;- τον ρωτούσαν οι περαστικοί.

- Τη γέφυρα…τη γέφυρα… - απαντούσε ήρεμα, χαμηλόφωνα και προχωρούσε πιο πέρα.

Μόνον αυτές οι δυο λέξεις είχαν μείνει στο μυαλό του. Τίποτα, εκτός από τη γέφυρα, δεν τον ενδιέφερε πια στον κόσμο αυτό. Μια γέφυρα, που θα ένωνε την πόλη με το νησί της Κέρκυρας απέναντι. Μοναδική, αθάνατη, θα ξεπερνούσε κι εκείνη του Μπρούκλιν. Την τεράστια αυτή εργολαβία είχε αναλάβει τα τελευταία χρόνια της ζωής του, σε πείσμα της θάλασσας, που μπήκε μπροστά μας σα θεριό και μας χώρισε από την πατρίδα. Μόνον μια λύση υπήρχε για να ξεπεραστεί το φοβερό νερένιο εμπόδιο: η γέφυρα. Οι βάρκες; Τι θα σου κάνουν οι βάρκες! Μια βαρκούλα υπάρχει όλη κι όλη κι αυτή με πανί κουρέλι, που το δέρνει ο άνεμος… Μπορεί μια βαρκούλα με κουρελιασμένο πανί να μεταφέρει απέναντι τόσον κόσμο; Δεν μπορεί. Άρα, γέφυρα. Να πάει στο διάβολο κι εκείνο το αρμυρό τέρας, που μπήκε ανάμεσά μας. Εμείς θα περνάμε πάνω του κι εκείνο ας βρυχάται από κάτω. Δεν πάει να βρυχάται όσο θέλει…




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου