Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

√ Κουδαραίοι γεφυράδες


 
Οι Κουδαραίοι Γεφυράδες
…χτούσανε τον κόσμο όλο, χτούσανε και τα γιοφύρια του…


Μια φορά και έναν καιρό, θέλοντας κάποιος δεσπότης να εξετάσει τις θεολογικές γνώσεις υποψήφιου παπά, τον ρώτησε:
- Ποιος έχτισε το κόσμο, τέκνο μου;
- Οι Πυρσογιαννίτες, δέσποτά μου, απάντησε εκείνος χωρίς δισταγμό, μα …κουβάλησαν λάσπη κι οι Βουρμπιανίτες..!

Πυρσόγιαννη και Βούρμπιανη, λοιπόν. Δύο μικρά, φτωχά χωριά, όπως όλα άλλωστε στην Ήπειρο, φτιάχνουν, ή τέλος πάντων βοηθούν να φτιαχτεί ο κόσμος. Το ποιος βέβαια τον “έχτισε” και ποιος βοήθησε κουβαλώντας λάσπη, εξαρτάται από τον αφηγητή του ανέκδοτου, ή, αν θέλετε, την πατρίδα του υποψήφιου παπά. Μπορεί έτσι να αλλάζουν σειρά τα δύο ονόματα, ή ακόμα και να αντικαθίστανται από άλλα, πάντα όμως είναι ηπειρώτικα, ή απ’ τη διπλανή Ανασελίτσα.

Χωριά της Κόνιτσας και των Τζουμέρκων, της Κορυτσά και της Κολώνιας, της Όπαρης, κάποια γύρω απ’ το Αργυρόκαστρο, μα και γειτονικά μακεδονίτικα, σαν της Ανασελίτσας, της Φλώρινας ή της Καστοριάς, χτίζουν και στολίζουν τον κόσμο. Κι εδώ το ανέκδοτο, ο θρύλος -το επιβεβαιώνει πια και η ιστορία-, λέγοντας “κόσμο” κυριολεκτεί. Γιατί εννοεί, περιλαμβάνει σ’ αυτή τη λέξη, κάθε είδος κατασκευής σε κάθε κοντινό ή μακρινό τόπο.

Ξεκινούν τούτοι οι μάστορες της πέτρας, οι …“Κουδαραίοι” όπως τους αποκάλεσαν απ’ τη συνθηματική, μυστική τους γλώσσα, την εποχή τής “διώχνω”, την άνοιξη δηλαδή.  Οργανωμένοι σε παρέες δουλειάς, στα περίφημα “μπουλούκια” ή “παρέες”,  οργώνουν, πεζοπορώντας ή πάνω σε μουλάρια, όχι μόνο τη σημερινή Ελλάδα, αλλά κάθε γωνιά της Βαλκανικής, χτίζοντας εκκλησίες και τζαμιά, καμπαναριά εξαγωνικά και πανύψηλους μιναρέδες, σεράγια του αξιωματούχου τούρκου ή αρχοντικά του πραματευτή ρωμιού, κάστρα, κούλιες , μύλους, χάνια, γεφύρια. Κι αν με όλα απέδειξαν το γούστο, το μεράκι, την ευαισθησία τους, με τα τελευταία, τα γεφύρια δηλαδή, τόλμησαν και έθεσαν σε δοκιμασία την ίδια τους την τέχνη. Μήπως άλλωστε τούτα τα δύο, ευαισθησία και τόλμη, δεν στοιχειοθετούν μέχρι και σήμερα τον αληθινό καλλιτέχνη; Και βέβαια, ας μη ξεχνάμε, πως όλα αυτά, τότε, δεν συμβαίνουν στο πλαίσιο μιας εκτόνωσης, αλλά στους ρυθμούς ενός σκληρού βιοπορισμού.  


Πάντα για τους Κουδαραίους μαστόρους, το χτίσιμο γεφυριού αποτέλεσε ξεχωριστή περίπτωση. Η ίδια η φύση της κατασκευής του ήταν δεμένη με πολλές δυσκολίες και προβλήματα, εμπόδια, που μαζί με το φόβο της επέμβασης στη φύση που διακατείχε το λαό, γέννησαν ένα μεγάλο αριθμό θρύλων. Για να χτίσεις γεφύρι, έπρεπε να το λέει το χέρι σου, αλλά και η καρδιά σου. Πάντως, κάποιοι, οι καλύτεροι, σιγά-σιγά, κατάφεραν να ειδικευτούν σε αυτό. Και έγιναν γεφυράδες..! Δεν σημαίνει βέβαια τούτο πως έχτιζαν μόνο γεφύρια -θα παραήταν πολυτέλεια κάτι τέτοιο στους καιρούς τους. Τότε, εξειδίκευση δεν σήμαινε αποκλειστικότητα, αλλά μια επιπλέον γνώση, μια επιπλέον δουλειά.

Όλο το διάστημα που χτιζόταν ένα γεφύρι -κι αυτό συνέβαινε τους καλοκαιρινούς μήνες-, επικρατούσε αγωνία μεταξύ των μαστόρων, ένας ανομολόγητος φόβος για το αποτέλεσμα. Το ξεκαλούπωμα ήταν η πιο κρίσιμη στιγμή. Τότε, έχουμε μαρτυρίες για πρωτομάστορες γεφυριών που απομακρύνονταν από τον τόπο της κατασκευής, μην αντέχοντας τα πρώτα κρίσιμα λεπτά. Την επιτυχία διαδεχόταν χειροκρότημα λυτρωτικό, φωνές επιδοκιμασίας και θαυμασμού, ευχές και, βέβαια σε λίγο, αγιασμός και γλέντι πολυήμερο μαζί με τους κατοίκους των γύρω χωριών.
Τα παραπάνω, φυσικά αν όλα πήγαιναν καλά. Γιατί είχαμε και περιπτώσεις ατυχημάτων, κατάρρευσης του γεφυριού, με συνέπειες κάποτε τραγικές, με θύματα. Μην ξεχνάμε πως μιλάμε για μια τέχνη εμπειρική, πράγμα που σημαίνει ότι η γνώση ερχόταν και με τις επιτυχίες και με τις αποτυχίες. Παθαίνανε.., μαθαίνανε..!


Αλλά καλύτερα να θυμηθούμε τα λόγια των ίδιων των μαστόρων, των τελευταίων γεφυράδων της Πίνδου, που, σιγά-σιγά, ο ένας μετά τον άλλον, φύγανε απ’ τη ζωή παίρνοντας μαζί και την τέχνη τους…
- Ήτουνε δύσκολα να φτιάξεις το γιοφύρι. Πιο δύσκολα από ’να σπίτι. Πιο δύσκολα. Το ’δα στο πατέρα μου…
- Αν πέφταν τα γιοφύρια; Άμα δεν τα ’φτιαχνες καλά! Αλλά βρίζανε ύστερα. Γιατί να πέσει το γιοφύρι; Λόγω θεομηνίας, έβρεξε πολύ, ξέρω ’γω, πάγωνε, έπεφτε…
- Ξεφορτώθηκε το γιοφύρι απ’ τους μαστόρους και πήγε ο πρωτομάστορας και δυο-τρεις άλλοι να δούνε κατά πόσο έρχεται εντάξει το κλειδί. Και τότε.., τότε σκώθηκε απάνου το γιοφύρι, δεν ήταν τα καλούπια του καλά, σκώθηκε απάνου, έφυγε το βάρος και τους πήρε όλους μέσα…

- Τότε εγώ ήμουνα δεκατριών χρονών και είχα τρία μουλάρια. Μαστοροπαίδι..! Για της Μαλνίτσας το γιοφύρι, τη πέτρα τη φέρναμαν ’πο πάνω, απ’ τη Σούκανη. Φόρτωνα, ξεφόρτωνα, πέτρα! Πω, πω, πω, τι τραβούσαμαν, να πούμε! Πετροφαγάδες, που λεν! Δύσκολη δουλειά. “Α, ρε, πάρε αυτό το λιθάρι και βάλτο ’πάνου”. Ήταν η πρώτη μου δουλειά…

- Πήραμαν ασβέστη απ’ το καμίνι του Μησιακούλη. Κυριάκο, τον λέγανε. Είχε κάνει κάτου, στη Ντέρτ’ που λέμε, είχε κάνει ασβεσταριά. Είχε ανοίξει καμίνι! Ήτουνε πρώτος στον ασβέστη! Του είχαν καεί οι μύτες, του είχαν καεί τα σιαγόνια, αυτός εκεί, επάλευε μ’ αυτό, να μάσει τα κλαριά, να μάσει ξέρω ’γω τι, είχε μανία με το καμίνι…
- Στο μπουλούκι εγώ πήγα μαραγκός. Έφτιαξα τα καλούπια. Τα ξύλα ήτουνα από πεύκο. Το σχέδιο το φτιάχναμαν κάτω, στο έδαφος. ’Πο κάτω τα σηκώναμαν ψηλά, πάνω απ’ τα θεμέλια. Όλα μαζί. Όλοι μαζί. Και τα τοποθετούσαμαν το ένα δίπλα στ’ άλλο. Κάναμαν κύκλο. Όλο ξύλινο το γιοφύρι πρώτα. Φτιάχναμαν υποστυλώματα, αντηρίδες. Το στηρίζαμαν. Κι ύστερα, ξανά οι πελεκάνοι…
- Καθένας είχε το κιόσκι του, με σανίδες καμωμένο αποπάνου. Σηκωνότενε, έπαιρνε τα λιθάρια του, δυο, τρία, τέσσερα, πόσα θα βγάλει τη μέρα, τα ’βαζε κει, δεξιά, κι άρχιζε. Καθότουνε σταυρωτά. Με το χέρι το ένα χτυπούσε το ματρακά, και με το άλλο έπιανε το βελόνι. Εκεί. Επιτόπου. Τρία, τέσσερα κομμάτια, ανάλογα ο καθένας τη μέρα. Και δουλεύαμαν απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, ήλιο μ’ ήλιο. Ναι. “Ε, ρε…”, τους έλεγα, “…θα ανταμώσουμε όλοι πάνου, στο νταβάν του Θεού”…
- Πελεκούσαμαν τις πέτρες, τις έξω-έξω, τα καμαρολίθια, πιο καλά και τις χτίζαμαν. Τα καμαρολίθια τα σκαλίζαμαν κιόλας απ’ την εξωτερική πλευρά, και απ’ τη μία και απ’ την άλλη μεριά του γιοφυριού. Μέσα το χτίζαμαν σκέτο, τοίχο σκέτο. Το χτίζαμαν με άμμο και ασβέστη. Και πάνου-πάνου βάζαμαν το κλειδί, το τελευταίο καμαρολίθι. Το αφήναμαν το γιοφύρι να ξεραθεί. Ύστερα, σιγά-σιγά, το ξεκαλουπώναμαν. Στο τέλος, αποπάνου, φτιάχναμαν και κουρκουλούκια…
 
- Εγώ δούλεψα δεκαεφτά μέρες απουκάτ’ απ’ το γιοφύρι. Αρμολογούσα. Αρμολόι απ’ το θόλο απουκάτου. Εκάναμαν δεκαεφτά μέρες, μαζί μ’ έναν άλλο απ’ τη Καστάνιανη. Είχαμαν φτιάξει σκαλωσιά, κρεβάτι απουκάτου, το είχαμαν δεμένο. Κι ένας μάστορας απουπάνου μας μάς κρεμούσε τη λάσπη…
- Αν έχω φτιάξει ’γω γιοφύρια; Ένα μονάχα; Και σε αμπασωτό δούλεψα και σ’ αυτό με το μιρκέζι. Πέτρινα γιοφύρια, μεγάλα! Με καμάρα! Εγώ δεν κουνιόμουνα απουπάνου απ’ το καλούπι. Καθόμουνα ή στο πρώτο, ή στο δεύτερο, ή στο κλειδί απουπάνου. Ήτουνε σε τρεις μεριές οι γεφυράδες. Δούλευαν σε πέντε σημεία. Τα δυο ήτουνε κάτου, στην αρχή του θόλου, τ’ άλλα δυο στη μέση και τ’ άλλο στο κλειδί, απάνου, για να ρίξουνε τα πρώτα βάρη…
- Ναι, ρίξαμαν κι αβγά! Το χωριό το ’κανε κουμάντο. Έφερε στη στέρνα. Όταν τελειώσαμαν το γιοφύρι, κάναμαν γιορτή. Όλο το χωριό. Με το Δολό απέναντι. Γλέντι με φαγητά, κι αυτά…


Κουδαραίοι γεφυράδες..! Αυτοί είναι που χτίσανε τον …κόσμο, αυτοί που χτίσανε και τα γεφύρια του! Όμως αναρωτιέσαι: συνειδητοποίησαν άραγε ποτέ οι ίδιοι πως κάναν τέχνη; Παραμένει αμφίβολο. Ζήτηση εργασίας από τη μία μεριά, κατά κανόνα για να καλυφτεί μιαν ανάγκη -τουλάχιστον τις περισσότερες φορές, γιατί υπήρξαν και περιπτώσεις προβολής, ματαιοδοξίας-, προσφορά εργασίας από την άλλη, πάντα για τον επιούσιο -ανύπαρκτος ο χώρος για προσωπικές φιλοδοξίες. Οι επιγραφές, στις εντοιχισμένες πλάκες που σώθηκαν, πάντα αναφέρονται στο δωρητή, στον εργοδότη. Ο φτωχός μάστορας, ακόμη κι αν υποθέσουμε πως “ήξερε”, πως διαισθανόταν την αξία του, αναγκάστηκε να σωπάσει, πέφτοντας θύμα των τότε συνθηκών. Έτσι, ενώ για τη λαϊκή αρχιτεκτονική ειπώθηκαν πολλά, για τους λαϊκούς τεχνίτες γράφτηκαν ελάχιστα.

2 ΒΙΝΤΕΟ


ΤΟ ΦΕΥΓΙΟ...                         

Ζουπάνι Ανασελίτσας
    (Πεντάλοφος Κοζάνης)

    η αναχώρηση των μαστόρων...

Σκηνοθεσία:
Άρης Καραϊσκάκης
1974

 

ΟΙ ΓΕΦΥΡΑΔΕΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ...

Σκηνοθεσία:
Σπύρος Μαντάς
Παραγωγή:
Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων
Συνεντεύξεις:
Παύλος Ρούφας
Φωτογραφίες:
Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων, Μουσείο Μαστόρων Πυρσόγιαννης
Μιλούν:
Σπύρος Μαντάς, εκπαιδευτικός - συγγραφέας
Μιχάλης Αράπογλου, αρχιτέκτων
Θεόδωρος Παπαγιάννης, γλύπτης
Γιώργος Σμύρης, καθηγητής αρχιτεκτονικής
Μαρία Μπαλοδήμου, αρχιτέκτων
---------------------------------------------------------------------------------------
Βασίστηκε -με νέο μοντάζ- στο ντοκιμαντέρ του Παύλου Ρούφα
ΠΕΤΡΙΝΑ ΓΕΦΥΡΙΑ
Παραγωγή 902
(2006)
Κάμερα:
Αποστόλης Πλατανιάς
Δήμος Μαυρίδης
Σπύρος Τζίβρας
Ήχος:
Τάσος Μακρής
Κώστας Φορτώμας
Μοντάζ-μιξάζ:
Λάσκαρης Αγοραστός
Έκτορας Κουφόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου