Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Λέγομαι Μητσαντώνης…




Λέγομαι Μητσαντώνης…

Ανήμερα Θεοφάνεια του 2000.
Βρίσκομαι στα Γιάννινα, στο σπίτι του Αντώνη Κωνσταντινίδη, 
που μου αφηγείται -αν με πόνο ή νοσταλγία, δεν κατάλαβα- τη ζωή του.
Πατρίδα του, οι Χουλιαράδες. Κι αυτός, από τους τελευταίους μιας 
οικογένειας μαστόρων που άφησε στην περιοχή όνομα και έργο…
Ο Αντώνης Κωνσταντινίδης, ο …Μητσαντώνης, πέθανε το Μάρτη 
του 2002. «Δεν φοβάμαι…»   
-μου είχε εκμυστηρευτεί για το τελευταίο του ταξίδι- 
«…εμείς όλο φεύγαμαν»!
Σπύρος Μαντάς
  

Λ
έγομαι Αντώνιος Κωνσταντινίδης, ή Μητσαντώνης. Είμαι τώρα 85 χρονών. Γεννήθηκα 3 Ιανουαρίου του 1915, στους Χουλιαράδες.
 Έκανα τον λιθοξόο, πελεκάνος δηλαδή, αλλά και τον χτίστη. Αυτά σε όλη μου τη ζωή. Πελεκούσα τις πέτρες και τις τοποθετούσα. Όλη μου η οικογένεια μαστόροι ήτανε…
Ο πατέρας μου στο ίδιο επάγγελμα. Λεγόταν Δημήτρης Αντών Κωνσταντινίδης ή, όπως τον λέγαν στο χωριό, στους Χουλιαράδες, Μητσαντώνης.

Οικογένεια Κωνσταντινίδη



Ο πάππος λεγόταν Αντών Κωνσταντώνης και έγινε μετά Κωνσταντινίδης. Κι αυτός μάστορας, μάστορας καλός! Πελεκούσε από παλιά. Είχε συνεργεία πολλά, παρέες που λέγανε τότε. Ταξίδευε και δούλευε. Αλλά πάντα μέσα στην περιοχή μας, γύρω από τα Γιάννενα…
Μόνο μια φορά πήγε έξω και δούλεψε. Δεν είχα γεννηθεί εγώ τότε ακόμη. Ήταν σε μια γέφυρα, κάτω στο Αυλάκι, στον Ασπροπόταμο. Ήταν εκεί και ο πατέρας μου που δούλεψε, μικρό παιδάκι. Μου τα έλεγαν αυτά κι ο πάππος κι ο πατέρας μου. Εκεί δουλέψαν μαζί με τους Κυρκαίους. Είχε τον Χρήστο τον Κύρκο, αδερφό τού Πάνο Κύρκο. Τον είχε, τον Χρήστο, κουνιάδο ο πάππος μου. Είχε συνεργείο, παρέα μεγάλη εκεί.
Τις άλλες του τις δουλειές τις έκανε μέσα στο νομό των Ιωαννίνων. Ας πούμε η Βελλά είναι έργο δικό του. Όλη τη Βελλά την έφτιαξε, από το 1923 μέχρι το ΄43, με συνεργείο κοντά πενήντα άτομα. Ήταν γερός ο πάππος. Πέθανε το 1948. Ο πατέρας μου σ’ αυτόν έμαθε. Στην αρχή δούλευαν μαζί. Μετά, επειδή είχαν πολλές δουλειές, μοιράστηκε το συνεργείο. Μία ομάδα ο πάππος, μία ομάδα ο πατέρας μου…

Εγώ πρωτομπήκα στη δουλειά το ΄29, παιδάκι. Πηγαίναμαν τότε με τα μουλάρια. Δυο μέρες στα μουλάρια, δυο μέρες στο πηλοφόρι, δυο μέρες στον τοίχο. Κάθε βδομάδα έτσι. Έτσι μαθαίναμαν.
Το πελέκημα το ΄μαθα καλά στο Δρίσκο. Τότε που γινότανε -΄27, ΄28, ΄29- τότε που γινότανε ο δρόμος Γιάννενα - Καλαμπάκα. Είχε πελεκήματα πολλά εκεί. Ξεστά τα λέγανε. Πήρε ο πατέρας μου όλους τους θολίτες να φτιάξει για τα γεφύρια, όλους τους θολίτες. Εκεί λοιπόν έγινα και εγώ πελεκάνος…
  
Δούλευε τότε μαζί μας κι ο Σιόντης, ο Χρήστος ο Σιόντης, από τους Χουλιαράδες κι αυτός. Τον είχε ο πατέρας μου τον Σιόντη γαμπρό από αδερφή. Είχε πάρει γυναίκα του τη θεία μου την Αλεξάντρα…
 
 Ένα συνεργείο είμασταν, μαζί. Φτιάξαμαν όλες τις γέφυρες τις θολωτές μέχρι πάνω στη Μάζια και παραπέρα, μέχρι Μπαλντούμα. Όλες με πέτρες…
Πελεκούσαμαν κειπέρα, τους θολίτες, όλη τη μέρα. Τα καμαρολίθια βγάζαμαν, τους θολίτες που λέγαν οι παλιοί μαστόροι. Και χτίζαμαν ύστερα το τόξο, το θόλο, την καμάρα που λέγαμαν χοντρά εμείς οι μαστόροι, μαστορικά. Άντε να κλείσουμε την καμάρα, λέγαμαν, να την κλειδώσουμε. Όλοι οι θολίτες ήταν βγαλμένοι με νούμερα, τακτοποιημένοι καλά, να πετύχει η γέφυρα.

Το γεφύρι στο Αυλάκι (Βάλτος)

 Έβγαζες μια φόρμα πρώτα, κάτω. Να σου δώσω να καταλάβεις, καρφώναμαν ένα καρφί εδώ, στο κέντρο. Αν είχε η γέφυρα δέκα μέτρα άνοιγμα, στα πέντε μέτρα βάζαμαν ένα καρφί και δέναμαν εκεί ένα σπάγκο και βγάζαμαν το τόξο. Ύστερα βγάζαμαν πόσοι θολίτες χρειάζονταν. Μετρούσαμαν έναν-έναν θολίτη, πόσους θα βγάζαμαν. Τον κάθε θολίτη πελεκούσαμαν βέβαια πιο πλατύ επάνω, υποχρεωτικό αυτό, δεν γινότανε αλλιώς, δεν θα κλείδωνε διαφορετικά η καμάρα. Βγάζαμαν με ακρίβεια, στο χιλιοστό, τον κάθε θολίτη. Εγώ είχα, είχα φτιάξει, ένα συρματόσχοινο μαλακό για να βγάζω τους θολίτες. Ήταν καλύτερα έτσι. Γιατί ο σπάγκος τον τραβάς, τεντώνει, μαζεύει, δεν ήταν σίγουρο. Είχα αυτό το συρματόσχοινο, το μαλακό, πάντα μέσα στα εργαλεία μου, τυλιγμένο σ’ ένα ξύλο. Με αυτό δεν έχανα ποτέ.
Πελεκούσαμαν, είπαμαν, τους θολίτες -από το πρωί ως το βράδυ αυτό! Μετά, όλους  τους χτίζαμαν πάνω στα καλούπια και βγάζαμαν σιγά-σιγά την καμάρα. Χτίζαμαν με ασβέστη. Ήταν ασβεστάδες που κάναν αυτή τη δουλειά, βγάζαν ασβέστη. Άνοιγαν γούρνα και την έφτιαχναν. Μετά έπρεπε να μείνει αρκετά, να σβήσει καλά και να κρυώσει. Αλλιώς δεν κάνει η ασβέστη, δεν πιάνει, σκορπάει.
Στην παρέα τη δικιά μας, στο συνεργείο μας, εμείς είχαμαν έναν πολύ καλό νταμαρτζή, πρώτο. Τον έλεγαν Μασιαλά. Βασίλειος Μασιαλάς. Ήταν αυτός, για τα νταμάρια, μάννα, δηλαδή τα έφτιαχνε έτοιμα για το καλέμι. Έβγαζε μαζί με άλλους την πέτρα, μεγάλη, κι ύστερα αυτός τη βόλευε, τη συμμόρφωνε δηλαδή, τη ξεχόντριζε που λέγαμαν εμείς. Έκανε το ξεχόντρισμα πολύ καλά, ήταν η πέτρα έτοιμη για το πελέκι, όχι να πάει χαμένη. Φόρτωναν την πέτρα οι άλλοι, οι τζερατζήδες, που κάναν το αγώγι, και τις κουβαλούσαν εκεί που δουλεύαμαν, που στήναμαν τη γέφυρα.
   
Αργότερα, το ΄52, ΄53, μαζί με τον πατέρα μου φτιάξαμαν εκεί, στο Ζαγόρι, το γεφύρι του Κόκκορη. Το καινούργιο το γεφύρι, με τα τρία τόξα, δίπλα από το παλιό γεφύρι, πιο κάτω όπως φεύγει το ποτάμι. Το χτίσαμαν με πέτρες το σώμα, αλλά τα τόξα τα κάναμαν  με τσιμέντο. Είχαμαν πια τσιμέντο. Συνεχίσαμαν και με άλλες γέφυρες, προς τα Πιστά, αλλιώς όμως τις φτιάχναμαν πια. Πλακογέφυρες δηλαδή που τις λέγαμαν. Δυο βάθρα από δω και απ’ εκεί, πέτρινα, και μια πλάκα απάνω, με τσιμέντο. Απλά πράγματα τώρα, είχε αλλάξει η δουλειά.
  
Το γεφύρι της Γκούρας
Καλό γεφύρι, πέτρινο, θολωτό, σαν τα παλιά, έφτιαξε ο πατέρας μου εκεί κοντά στου Κράψη, στη Γκούρα. Το ’φτιαξε στην κατοχή, μαζί με το θείο μου, τον Χρήστο τον Σιόντη.
  
Αυτά λοιπόν με τη δουλειά μας..! Ήταν πολύ δύσκολη. Έπρεπε να έχεις γερή κράση σαν άνθρωπος. Αλλιώς δεν γινόταν. Δεν μπορούσε ο οποιοσδήποτε να ασχοληθεί μ’ αυτή τη δουλειά. Και επιπλέον, για να φτιάξεις κάτι, ένα έργο της προκοπής, έπρεπε να το αγαπάς, να μην κοιτάς μόνο το πορτοφόλι. Εγώ δεν κοίταζα πορτοφόλια. Ίσως να ήταν λάθος μου, ίσως, αλλά εγώ δεν το θεωρώ λάθος. Γιατί την αγαπούσα αυτή τη δουλειά, κι ας ήταν τόσο σκληρή. Πότε βλέπαμαν εμείς το χωριό; Πότε τις οικογένειές μας, τις γυναίκες μας; Όλο φεύγαμαν…



B I N T E O



Οικογένεια Κωνσταντινίδη
Κουδαραίοι γεφυράδες από τα Χουλιαροχώρια Ιωαννίνων
Αφηγείται ο Αντώνης Κωνσταντινίδης (1915-2002)

καταγραφή: Σπ. Μαντάς,  κάμερα: Θοδ. Χαμάκος
Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων (2000)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου