Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

√ Ένα ταξίδι: Στα άδυτα της Ζαγοριάς


 

Στα άδυτα της Ζαγοριάς

…αναζητώντας πετρογέφυρα στη Β. Ήπειρο / Αλβανία.


Aλβανία! Μεσημέρι Αυγούστου, κι εμείς τρέχαμε στον κάμπο της Δρόπολης. Κοντά Χάσκοβο, πριν το Αργυρόκαστρο, στρίψαμε δεξιά. Περάσαμε κάτω απ’ το Λιμπόχοβο, αλλάξαμε στον Σωχακό όχθη και, μετά τα χαμόσπιτα της Σούχας, βγήκαμε σε ξέφωτο. Για λίγο όμως∙ το τοπίο, γρήγορα, άρχισε να αγριεύει, να ψηλώνουν τα βουνά και να κλείνουνε. Μπαίναμε στα στενά, στη λεγόμενη Γκρίκα της Σέλτσας…

Για άλλη μια φορά -τρίτη συνεχόμενη- είχαμε βάλει προορισμό μας ένα συγκεκριμένο χωριό της Ζαγοριάς. Πηγαίναμε Λιμάρ, όπου οι πληροφορίες μιλούσαν για μεγάλο, για εντυπωσιακό γεφύρι. Αν μάλιστα πιστεύαμε τα  λόγια των ντόπιων, πρέπει να ’ταν καλλίτερο κι απ’ αυτά ακόμα τα γεφύρια της Νίβανης και της Χοστέβας που με τόσο κόπο είχαμε εντοπίσει στα δύο προηγούμενα ταξίδια μας. Πάντως και τα τρία τα είχε χτίσει ο Αλή πασάς τις μέρες της παντοδυναμίας του. Τρία λοιπόν τα γεφύρια, τρία και τα ταξίδια μας, αφού η περιοχή της Ζαγοριάς -ανάμεσα Αργυρόκαστρο και Πρεμετή- και δύσκολη και απομονωμένη και απρόβλεπτη ήταν.

Στο μεταξύ συνεχίζαμε να προχωράμε, μάλλον να κάνουμε ελιγμούς, σ’ ένα δρόμο λες ακροβάτη! Στο φρύδι του γκρεμού, πότε χαμήλωνε, έσμιγε με το ποτάμι, και πότε έφευγε προς τα πάνω σχεδόν κάθετα -αδύνατον τα βολευτούν σε τέτοια ..γκρίκα και τα δύο, δρόμος και Σωχακός πλάι-πλάι. Πέρασαν έτσι δύο ώρες πριν το τοπίο, επιτέλους, πάρει και πάλι να χαλαρώνει. Ανεβήκαμε Νταμπόρι, αφήσαμε δεξιά τη Γορίτσα, κι ύστερα, απ’ την Πανιοπούλα, αντικρίσαμε στα πόδια της Νεμέρτσικας την Πολύτσανη…


Είναι το τελευταίο ελληνικό χωριό, στο κέντρο μιας μακρόστενης κοιλάδας που νότιά της -δεξιά- φιλοξενεί το Πωγώνι και βόρεια -αριστερά μας- τα χωριά της Ζαγοριάς. Τα τελευταία παρουσιάζονται αλβανόφωνα αλλά πάντα χριστιανικά. Κατά τα άλλα, το κλειστό του χώρου διαμόρφωσε στο χρόνο μία ανθρωπογεωγραφική ενότητα με κοινά χαρακτηριστικά και βέβαια κοινή μοίρα.
Εδώ, στην Πολύτσανη, θα διανυκτερεύαμε. Δεν γινόταν αλλιώς. Λειψή μέρα -είχαμε πια την εμπειρία- δεν αρκούσε για να φτάσουμε Λιμάρ. Πολύ νωρίς το πρωί, θα πηγαίναμε με το  αυτοκίνητο Χοστέβα -υπήρχε ως εκεί δρόμος- κι ύστερα, αναγκαστικά, θα χρησιμοποιούσαμε ζώα. Για τα τελευταία θα ’χε φροντίσει ο Παναγιώτης ο Πετσάνης, γνωστός μας από τότε που περιοδεύαμε Πωγώνι.
Όλο το απόγευμα το περάσαμε στο καφενείο του Σιώρη. Το βράδυ μαζεύτηκε αρκετός κόσμος -πολλοί, εργάτες απ’ τ’ Αργυρόκαστρο που διόρθωναν το δρόμο και έμεναν στο χωριό. Βαρύς καπνός, δυνατό τσίπουρο, αυξημένη και η περιέργεια, έστω κι αν δεν εκδηλωνόταν φανερά. Πάντως με το Βασίλη προσπαθήσαμε να ενταχθούμε στο περιβάλλον και μάλλον τα καταφέραμε. Μας ανησυχούσε όμως η βροχή -αυγουστιάτικη βροχή- που, έξω, είχε αρχίσει να πέφτει δυνατή.
Για ύπνο, αργά, μας οδήγησαν σ’ ένα τσιμεντένιο, άχαρο κτίριο, από κείνα που λες επίτηδες χτίστηκαν τα δύσκολα χρόνια στο κέντρο κάθε χωριού -για να ξορκίζει η εξουσία την ομορφιά που πάντα τη φοβίζει. Στα διπλανά δωμάτια, ήδη, κοιμόντουσαν οι εργάτες -τους ..ακούγαμε! Ρίξαμε στα κρεβάτια τους υπνόσακους -ευτυχώς τους είχαμε μαζί μας- και ξαπλώσαμε. Ύστερα, τραβώντας πάνω απ’ το κεφάλι το πανί που παρίστανε την κουρτίνα, κοιτάξαμε έξω. Τα παράθυρα δεν είχαν τζάμια, είχε όμως ο ουρανός αστέρια, πάρα πολλά, αμέτρητα. Ένα, δύο, τρία, τέσ…


Mας ξύπνησαν μπουλντόζες, μαρσαρίσματα φορτηγών, φωνές -ετοιμάζονταν οι εργάτες! Βγήκαμε στο μπαλκόνι, ρίξαμε νερό ο ένας στον άλλον και πλυθήκαμε. Τότε χάραζε, μα ο Παναγιώτης είχε κιόλας έρθει στο αυτοκίνητο. Ξεκινήσαμε με φώτα…
Οδηγούσαμε αργά, προσεκτικά, αποφεύγοντας τις μεγάλες πέτρες που προεξείχαν. Πάνω μας το βουνό -οροσειρά που από Νεμέρτσκα άλλαζε σε Ντεμπέλι- καθυστερούσε τον ήλιο. Κάναμε το γύρο μιας τεχνητής λίμνης -για πότισμα- και φτάσαμε σε μικρό φαράγγι. Ήταν ακριβώς η πηγή του Ζαγκόρι, του ποταμιού που διασχίζει τη Ζαγοριά και που πάνω του έχουν χτιστεί όλα τα πέτρινα γεφύρια. Ήδη ένα μικρό, με καλολαξευμένες πέτρες, το βλέπαμε αριστερά μας. Το λέγανε του ..Χόση και, σύμφωνα με σκάλισμα στο κλειδί του τόξου του, φτιάχτηκε το 1936. Φτάναμε στη Σέπερη, θα φεύγαμε για Νίβανη…

Το γεφύρι της Νίβανης
 Στην κοιλάδα είχε πια φωτίσει για τα καλά. Στο βάθος, στην ποταμιά, το τοπίο φάνταζε γνώριμο. Ήταν εκεί που, στο πρώτο μας ταξίδι, ψάχναμε για το γεφύρι της Νίβανης. Το είχαμε εντοπίσει κοντά στο παλιό μοναστήρι, δίπλα στο διώροφο μύλο…
Ήταν δίτοξο, με το μεγαλύτερο, το βασικό του τόξο να δένει στην αριστερή όχθη και το μικρό, το βοηθητικό, να φεύγει δεξιά. Ανάμεσά τους, για ώρα ανάγκης, ένα παράθυρο. Δώρο του Αλή πασά προς τους ντόπιους -οι ηλικιωμένοι το θυμούνται έτσι: γεφύρι τού Αλή- τους το έχτισε τηρώντας μια παλιά υπόσχεση. Γιατί, νεαρό ακόμα ληστή, τον είχαν σώσει απ’ τους Τούρκους κρύβοντάς τον στο μοναστήρι.
Το γεφύρι αυτό εξυπηρέτησε μια δύσκολη αλλά πολύ χρήσιμη διαδρομή, που ένωνε Αργυρόκαστρο με Πρεμετή! Ξεκινούσε για Ερίντι, σκαρφάλωνε στο Τσαγιούπι, κι από ’κει, χρησιμοποιώντας έναν αυχένα του, κατηφόριζε στην Τοπόβα. Υπερπηδούσε τον Ζαγκόρι με το γεφύρι, κι άρχιζε ξανά τον ανήφορο με συνεχή ζικ-ζακ. Περνώντας μέσα απ’ τα σπίτια της Νίβανης, κατέληγε, κοντά 2000 μέτρα, ψηλά στο Ντεμπέλι. Το κατέβασμα τελικά έφερνε στην Πρεμετή. Πολυσύχναστο μονοπάτι, το χρησιμοποιούσαν τα καραβάνια μέρα-νύχτα, γι’ αυτό και δίπλα στο γεφύρι, σε στύλο με κόγχη, έφεγγε πάντα ένα καντήλι κατευθύνοντας σωστά.
Είχαμε προσπαθήσει -θυμόμαστε- να καθαρίσουμε όσο μπορούσαμε καλύτερα το χώρο, για να φωτογραφίσουμε. Δεν ήταν εύκολο. Το γεφύρι συνέχιζε να προβάλει, διακοπτόμενο, πίσω από κλαδιά και κορμούς δέντρων. Ευτυχώς που ήταν Μάρτης κι έλλειπε το φύλλωμα. Ήθελε να μας βοηθήσει κι ο μικρός Αρμπέο, προμηθεύοντάς μας τσεκούρια απ’ το μύλο. Στο φιλοδώρημά μας, ο πατέρας του ανταπέδωσε με τρεις χούφτες καρύδια…

Το γεφύρι της Χοστέβας
 Νίβανη, Κόντσικα, Βυθούκι, Χοστέβα -στους πρόποδες του Ντεμπέλι! Ντέρανη, Τοπόβα, Λίαρη, Ζέη -στους πρόποδες του Τσαγιούπι, απέναντι! Κι ανάμεσα στα φτωχά χωριά, χαμηλά, ο Ζαγκόρι να ψάχνει, να ελίσσεται, να αναζητεί δρόμους και περάσματα φτιάχνοντας κοίτη. Σε μια καμπή του, σ’ ένα στένωμα λίγα χιλιόμετρα παρακάτω απ’ το γεφύρι της Νίβανης, οι άνθρωποι βρήκαν την ευκαιρία και τον ξαναγεφύρωσαν. Ούρα νε Λούμρατ.., είπε και μας το έδειξε μία γυναίκα στη Χοστέβα, τότε που ξαναψάχναμε -Ιούνης ήταν- στο δεύτερο ταξίδι μας.
Το γεφύρι της Χοστέβας ήταν μονότοξο αλλά μεγάλο -το άνοιγμά του έφτανε τα 15 μέτρα. Εκείνο όμως που το έκανε ενδιαφέρον, ήταν ένα τεταρτοκυκλικό παράθυρο που μπορούσε να ανακουφίζει, αισθητικά και πραγματικά, στην αριστερή όχθη. Φαίνεται πως αυτό το σχήμα όσο βορειότερα προχωράμε, τόσο συχνότερα εμφανίζεται. Κατά τα άλλα, κι αυτό το γεφύρι ήταν έργο του Αλή πασά και κατασκευάστηκε την ίδια εποχή και για τον ίδιο λόγο που έγινε και το γεφύρι της Νίβανης. Εξυπηρέτησε μια παραλλαγή του δρόμου των καραβανιών Αργυρόκαστρου - Πρεμετής.

Στα πάνω σπίτια της Χοστέβας, εκεί που τέλειωνε το χωριό, είδαμε τον Πύρρο και τον Σίμο να μας περιμένουν. Δίπλα τους, δυο μουλάρια κι ένας γάιδαρος. Αντί με τετράτροχο -ο δρόμος σταματούσε εδώ-, τώρα θα συνεχίζαμε με τετράποδα. Συστάσεις, ερωτήματα, οδηγίες -χρειαζόμαστε 4 ώρες για Λιμάρ. Ο ένας ανέβηκε στη ...Ρούσα, ο άλλος στη Γκιόσα, ο τρίτος στο γάιδαρο το Ζήκο!
Και η πομπή σχηματίστηκε. Μπροστά πήγαινε ο Σίμο, πεζός, να κατευθύνει τα ζώα πότε σφυρίζοντας, πότε φωνάζοντας με νόημα. Πίσω εμείς, καβάλα, να προσπαθούμε -τουλάχιστον στα πρώτα χιλιόμετρα- να ισορροπήσουμε πάνω στα σαμάρια. Και παραπίσω ο Πύρρο, επίσης πεζός, αλλά αυτός, επιπλέον, φορτωμένος με όσα φωτογραφικά δεν χώρεσαν στα μουλάρια. Σιγά-σιγά συντονιζόμαστε, αποκτούσαμε ρυθμό που κρατούσαν τα κουδούνια και οι ανάσες των ζώων…

Στη σάρα της Δοσνίτσας
 Για να φτάσουμε στον επόμενο μικρό οικισμό της Δοσνίτσας, κάναμε μία ώρα. Περάσαμε απ’ έξω, πάνω απ’ τα σπίτια της. Μάλιστα για να κόψουμε δρόμο, τολμήσαμε να διασχίσουμε την επικίνδυνη σάρα που μόλις, πριν ένα μήνα, είχε κατρακυλήσει απ’ το βουνό! Με τρομερό βουητό -θυμούνται στην περιοχή- οι πέτρες έφτασαν μέχρι την άκρη του χωριού! Για όσο διάστημα χρειάστηκε, κατεβήκαμε απ’ τα ζώα και, προσεκτικά, με τις οδηγίες του Σίμο και του Πύρρο, περάσαμε απέναντι.
Και συνεχίσαμε... Πηγαίναμε πότε δεξιά-αριστερά ακολουθώντας τις πτυχές του βουνού, πότε πάνω-κάτω ανεβοκατεβαίνοντας λαγκαδιές και λάκκους. Όταν σταματούσαμε, πίναμε νερό από πηγές που μόνο ο Σίμο ήξερε, ή τρώγαμε ψωμί και τυρί που ο Πύρρο, ευτυχώς, είχε προνοήσει να βάλει στον ντορβά του. Άλλοτε πάλι, ξεχνιόμαστε χαζεύοντας το Τσαγιούπι που, τεράστιο, κόντρα στον αυγουστιάτικο ήλιο, γαλάζωνε και άχνιζε. Όλα αυτά, μέχρι που τέλειωσε και το μονοπάτι. Γιατί από κει και πέρα όλη μας η προσοχή επικεντρώθηκε στο να αποφεύγουμε τα σκίντα και τα πουρνάρια που σκάλωναν στα πανταλόνια και μας γδέρνανε. Κάποτε φτάσαμε -είχαν περάσει άλλες δύο ώρες- στο Μαλέσοβο...

Πάνω στη Ρούσα, τη Γκιόσα και το Ζήκο

Μπορούσαμε τώρα χαμηλά να δούμε το Λιμάρ. Παραξενευόμαστε που θέλαμε ακόμη μία ώρα για να φτάσουμε. Όμως πρώτα έπρεπε να κάνουμε κύκλο, να δρασκελίσουμε κάποιο ύψωμα, κι ύστερα να κατηφορίσουμε.
Περάσαμε μέσα απ’ το Μαλέσοβο. Φτωχά αλλά πέτρινα δεξιά-αριστερά τα σπίτια του, έσφυζαν μέχρι πριν μερικά χρόνια από ζωή. Ήταν το κεφαλοχώρι της περιφέρειας. Τώρα -μας είπαν- όλοι οι κάτοικοι έχουν φύγει και δουλεύουν στη Ελλάδα…
Δεν θα είχαμε βγει ένα τέταρτο απ’ το χωριό, όταν φτάσαμε, και προσπεράσαμε, τον ...Ζίπο Κόρο που πήγαινε Καλιάσα, πέρα απ’ το Λιμάρ, πέρα ακόμα κι απ’ το ποτάμι όπου ήταν το γεφύρι μας. Μοναδικός σήμερα κάτοικός της -πριν είχε 30 οικογένειες-, γέρασε εκεί ασχολούμενος με τα μελίσσια του. Ρώτησε όλο περιέργεια για τον προορισμό μας, κι όταν έμαθε, γελώντας πονηρά, ..απείλησε:
-Θέλω κι εγώ πέντε λίρες! Αλλιώς θα σας ακολουθώ..!
Καβάλα στο άλογο και με την καραμπίνα στον ώμο πιο γέρικη από τον ίδιο, όσο απομακρυνόμαστε, τόσο επαναλάμβανε πιο δυνατά:
-Ντόνα έδε ούνε πέσε λίρα! Πεντρίσε ντο τ’ γιου ντιεκ..!


Ρωτώντας κοντά στη Νίβανη...

Στο Λιμάρ μπήκαμε μεσημέρι. Και σήμανε πραγματικός συναγερμός! Όλοι σχεδόν οι κάτοικοι -είχε πάνω από 50 άτομα- βγήκαν στο δρόμο για να μας χαιρετήσουν. Η περιέργεια φούντωσε κι απ’ τις δυο μεριές, μόνο που εμείς -προσποιητά- τη συγκρατούσαμε, ενώ αυτοί -πιο ελεύθεροι- την εκδήλωναν φωναχτά. Κατευθυνθήκαμε στο σπίτι του Γιώργο Τόδε…
Ήταν ο πρόεδρος του χωριού. Μας υποδέχτηκε ο ίδιος, η γυναίκα του η Φρόσω, τα παιδιά του Κλωντιάν και Κλιέμε, οι νύφες, τα εγγόνια του. Στη σάλα του σπιτιού -ένα τραπέζι στη μέση, γύρω-γύρω κρεβάτια- μας κέρασαν καφέδες, τσίπουρο, αναψυκτικά. Και μας άφησαν να φύγουμε -βιαζόμαστε- όταν τους υποσχεθήκαμε πως θα γυρίζαμε για φαγητό!

Να κατεβούμε στο ποτάμι, στο γεφύρι που ψάχναμε, ήθελε ακόμη μία ολόκληρη ώρα. Αγχωθήκαμε. Είμαστε τόσο κουρασμένοι κι ο ήλιος έκαιγε. Όμως…
Αλλάξαμε γειτονιά, χρησιμοποιώντας ένα, άγνωστο σε μας, μικρό, αλλά παράξενο γεφύρι. Το τόξο του δεν έκλεινε ημικυκλικά, έστω οξυκόρυφα, αλλά κλείδωνε σε σχήμα σχεδόν …ορθής γωνίας! Δεν είχαμε ξανασυναντήσει κάτι τέτοιο. Κάποια μισοσβησμένα σκαλίσματα στις πέτρες -VITI M 04- περισσότερο έταζαν παρά πληροφορούσαν. Πάντως οι ντόπιοι επέμεναν πως το είχε δωρίσει ένας ...Δάμε Νάκο, το 1946, για να τον θυμούνται, λέει, οι συγχωριανοί του επειδή δεν έκανε παιδιά. Ίσως λοιπόν, σωστά, θα ’πρεπε να διαβαστεί VITI M(AJ) 1946”, δηλαδή “ΕΤΟΣ: Μ(ΑΪΟΣ) 1946! Ίσως…

Όταν βγήκαμε απ’ το χωριό, μπήκαμε σ’ έναν στενό, πέτρινο δρόμο που, με πολλά γυρίσματα, αμέτρητα ζικ-ζακ, άρχισε να μας κατεβάζει στην ποταμιά. Ήταν πολύ απότομος -πιο επώδυνος κι απ’ ανηφόρα- γι’ αυτό και γαντζωνόμαστε κυριολεκτικά στα σαμάρια να μη φύγουμε μπροστά. Κάτι ήξεραν που το Ζήκο, το γάιδαρο, δεν μας άφησαν να τον πάρουμε κοντά -θα ’ταν αδύνατο να επιστρέψει πάνω. Όσο για τον ήλιο, αυτός όσο κατεβαίναμε, τόσο γινόταν ανυπόφορος. Βγάλαμε τα πουκάμισα και σκεπάσαμε τα κεφάλια…

Το γεφύρι του Καλιά

Με τα πολλά..! Ναι, άξιζε τον κόπο! Μόλις το αντικρίσαμε από μακριά, συμφωνήσαμε όλοι με επιφωνήματα! Το γεφύρι του Καλιά, τεράστιο, επιβλητικό, θριάμβευε πάνω απ’ το χάσμα του Ζαγκόρι, πέρα απ’ την ανθρώπινη λογική, μπροστά απ’ το σκούρο του Γκολίκου..!
Για ώρα χαζεύαμε: το ένα και μοναδικό του τόξο, βραχοθεμελιωμένο, να εκτινάσσεται μεσοούρανα για να συμφιλιώσει τις όχθες∙ το καλντερίμι, με ρυθμό, να εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να σε περάσει απέναντι, να συνεχίσεις το ταξίδι∙ στα αριστερά ένα παράθυρο, πάντα σε επιφυλακή, και να εξασφαλίζει, και να ελαφραίνει∙ και, το κυριότερο, ανύποπτο αποκάτω το ποτάμι να συνεχίζει τη ροή του αδιαμαρτύρητα!
Το γεφύρι το ’χε φτιάξει ο Αλή πασάς όταν κυβερνούσε στα Γιάννενα. Εξασφάλισε έτσι απρόσκοπτη συγκοινωνία με την κεντρική Αλβανία, τούτη τη φορά μέσω Πωγωνίου και Ζαγοριάς. Αφού διάβαιναν το γεφύρι, τα καραβάνια έμπαιναν στα στενά της Κλεισούρας, κι από κει μπορούσαν να συνεχίσουν είτε αριστερά προς Τεπελένι, είτε δεξιά προς Μπεράτι. Η διαδρομή υπήρξε πολυσύχναστη, γι’ αυτό, όταν ο Αλή δώρισε το γεφύρι -και το δρόμο που ανεβάζει στο Λιμάρ- στον έμπιστό του Χασάν Δερβίση, ο τελευταίος βάζοντας διόδια κυριολεκτικά θησαύρισε. 


Στον Ζαγκόρι, μετά τo μέτρημα...
 Ο Παναγιώτης μέσα στην κοίτη, ο Βασίλης πάνω στο τόξο, τέντωναν την κορδέλα, μετρούσαν και φώναζαν: ύψος 16.30, άνοιγμα καμάρας 20.20, μήκος διαδρόμου 31.70, πλάτος 2.75, ωφέλιμο πλάτος 2.20, αρκάδες…
Μια δυνατή τουφεκιά -μια, δυο, τρεις φορές- αντιλάλησε στη ρεματιά! Ξαφνιαστήκαμε! Από ψηλά, κατά Γκολίκου πλαγιά, ο Ζίπο Κόρο, πάνω στ’ άλογο, κουνούσε την καραμπίνα του! Ο Πύρρο, από κοντά κι ο Σίμο, άρχισαν να χειρονομούν, να βλαστημάνε..! Κι ο Ζίπο:
-Ντόνα έδε ούνε πέσε λίρα..!


«Σκοτώθηκαν πολλοί Έλληνες εδώ! Το μέτωπο ήταν πάνω, στο Κέσινεκ. Κάθε μέρα κατεβάζαν σκοτωμένους και τραυματίες και από το Κέσινεκ και απ’ το Γκολίκου! Γέμισε ο τόπος τάφους! Το στρατηγείο τους το ’χαν μέσα στο χωριό. Ένας Θεμιστοκλής Γεωργιάδης, έτσι τον λέγανε, στρατηγός, έμενε στην εκκλησιά. Μείνανε οι Έλληνες στο Λιμάρ 6 μήνες. Το 1941 αυτά…».

Είχαμε επιστρέψει στο χωριό και τρώγαμε στο σπίτι τού Γιώργο Τόδε. Ο ίδιος θυμόταν ιστορίες παλιές, απ’ τον πόλεμο, που μας μετέφραζε ο Βασίλης. Όρθια η γυναίκα του, μαζί κι οι νύφες, πηγαινοέρχονταν στην κουζίνα, φέρνοντας μεγάλες μερίδες κατσίκι -ψητό με πατάτες-, σαλάτες, κρασί! Γύρω στο τραπέζι, αλλά και πάνω στα κρεβάτια, καθόμαστε δεκατέσσερα άτομα!

«…Κάποια στιγμή κόπηκε ο ανεφοδιασμός τους…» συνέχιζε ο κυρ-Γιώργος! «…Δεν έρχονταν προμήθειες. Άρχισαν να πεινάνε οι στρατιώτες. Δόθηκε τότε διαταγή να πάμε απ’ το χωριό. Τους πηγαίναμε γίδια, αρνιά, τυρί, και μας δίδανε κάτι χαρτάκια με υπογραφή. Όταν ήρθαν πάλι τα τρόφιμα, αποκαταστάθηκε ο εφοδιασμός, μας τα επέστρεψαν όλα. Μας δώσανε και χρήματα. Ένας που κράτησε το χαρτί, τώρα που πέσαν τα σύνορα, το πήγε στο προξενείο και του δώσανε βίζα. Πάει κι έρχεται Ελλάδα όποτε θέλει. Τσάνι Ντόρθι τον λένε, γέρος σήμερα μένει στην Κλεισούρα…».

Είχαμε πια χορτάσει. Ήταν κι η κούραση που δεν επέτρεπε μπουκιά παραπάνω. Η κυρά-Φρόσω όμως συνέχιζε να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα, όλοι οι Τόδε να τρώνε με πιρούνια και με χέρια! Ο Παναγιώτης κατάλαβε, ήξερε. Πρέπει να τελειώσει όλο το σφαχτό -έκανε νόημα-, αλλιώς θα είναι προσβολή..!
-Σντρούαζ.., πρότεινε το ποτήρι του ο κυρ-Γιώργος.


Στην αυλή των Τόδε
Στην είσοδο του σπιτιού, σε λίγο, κάτω απ’ το χαγιάτι με τα καλαμπόκια, στριμωχνόμαστε, όλοι μαζί, για να χωρέσουμε στη φωτογραφία. Η αναμνηστική περιείχε και ..καλάσνικοφ! Τα είχε τραβήξει βιαστικά, αποκάτω απ’ το κρεβάτι, ο Κλιέμε, να τα φορέσουν τιμητικά οι καλεσμένοι!

Ύστερα ανεβήκαμε στα ζώα. Ευχές, φιλιά, και …άιντε! Του Βασίλη τα πόδια, δεξιά κι αριστερά απ’ το Ζήκο, σέρνονταν στο χώμα. Θέλησα να αποθανατίσω τη σκηνή. Έβγαλα απ’ την τσάντα τη φωτογραφική, μα …βρέθηκα κάτω απ’ το μουλάρι! Οι άλλοι γέλασαν, πιο πολύ ο Βασίλης.
-Σήκω, μας περιμένουν αύριο καινούργια  πετρογέφυρα ..!



 
                                                              
                                                                  Από το βιβλίο του Σπύρου Ι. Μαντά
                                                            “Πέτρινα Γεφύρια στη Βόρεια Ήπειρο”
                                                            Εκδόσεις «Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων».
                                                                                  Αθήνα 2008.

                                                                                 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου