Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Ψάχνοντας τον Φώτη ...Βράνιστα



ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΦΩΤΗ …ΒΡΑΝΙΣΤΑ!

φωτο: ΑΓΗ/1993


Τ
αξιδεύοντας κανείς από Κόνιτσα για τη Λάκκα του Αώου, το πρώτο χωριό που θα συναντήσει στη διαδρομή είναι η Πηγή, το παλιό Πεκλάρι. Αφήνεις τον κεντρικό δρόμο στρίβοντας αριστερά και, κατηφορίζοντας συνέχεια, μπαίνεις στο χωριό.

Το Πεκλάρι το 1950. (φωτο Λ. Τζίκας)


 
Μετά την εκκλησία -βρίσκεται στο κέντρο του-, αν θελήσεις να συνεχίσεις την κατηφόρα, μόλις διαβείς και τον τελευταίο μαχαλά με τα σιωπηλά σήμερα σπίτια, θα βγεις στο λάκκο της Σκάλας -τον λένε και ρέμα της Σουσνίτσας. Τότε, για την όχθη την απέναντι, πρέπει να χρησιμοποιήσεις οπωσδήποτε το παλιό πέτρινο γεφύρι. Γιατί τα νερά, ιδίως το χειμώνα, είναι πάρα πολλά και η ανάγκη για το γεφύρι τ’ Αϊ-Νικόλα κάτι παραπάνω από φανερή. Τον παλιό καιρό λοιπόν, εκεί πέρα είχαν οι Πεκλαριώτες τα περισσότερα χωράφια και τους κήπους τους.



Γιώργος Καραγιάννης (1846-1934)





Οι πιο ηλικιωμένοι θυμούνται ακόμα και χρησιμοποιούν μέχρι σήμερα το πρώτο-πρώτο όνομα του γεφυριού. Το λέγαν -λέει- γεφύρι του Καραγιάννη· και ήταν αυτό και σωστό και δίκαιο. Ο Πεκλαριώτης Γιώργος Καραγιάννης (1846-1934), καζαντισμένος στη Ρουμανία, επιστρέφοντας στο χωριό του, ζούσε συνειδητά απλά ξοδεύοντας μονάχα για αγαθοεργίες. Έτσι, μεταξύ των άλλων, θέλοντας να ανακουφίσει τους συγχωριανούς του στον καθημερινό τους μόχθο, δώρισε ένα σημαντικό για την εποχή χρηματικό ποσό και γεφύρωσε τη Σκάλα -βρισκόμαστε στα 1903.




Το γεφύρι του Καραγιάννη ή του Άι-Νικόλα (φωτο: ΑΓΗ/1993)

Τ
ο γεφύρι τ’ Αϊ-Νικόλα -καλύτερα, πιο δίκαια, του Καραγιάννη- είναι ένα όμορφο, καλοχτισμένο γεφύρι, ενσωματωμένο στο συγκεκριμένο χώρο πετυχημένα. Έχει μονάχα μια καμάρα, που με άνοιγμα 12.50 μέτρων καταφέρνει να ζεύξει στέρεα τις όχθες του ποταμιού. Η όλη κατασκευή βέβαια, υπηρετώντας, αν θέλεις υποβαστάζοντας το καλντερίμι που σου αλλάζει όχθη, αναγκάζεται να σηκωθεί πάνω απ’ το νερό κοντά 10.00 μέτρα. Αλλά τούτο το ανεβοκατέβασμα όχι μόνο δεν ενοχλεί, δεν κουράζει, απεναντίας λειτουργεί το ίδιο λειτουργικά μ’ ένα …βήμα χορού ψηλότερο από τ’ άλλα. Κι όλα εδώ, ιδίως την άνοιξη, τα βλέπεις να χορεύουνε· μαζί και το γεφύρι! Χαρά λοιπόν στου μάστορα τα χέρια που στέργιωσαν το τελευταίο, που κράτησαν αλάνθαστο έναν τέτοιο χορό. Αλήθεια, ποιος να δούλεψε εδώ ως γεφυράς;

Γνωστό πως, καμιά εντοιχισμένη πλάκα -ταυτότητα γεφυριού- δεν αναφέρεται στον κατασκευαστή τεχνίτη. Την όλη υστεροφημία απολάμβανε αποκλειστικά ο χρηματοδότης, καταδικάζοντας τον ταπεινό μάστορα στη λήθη. Όμως εδώ, στο γεφύρι του Καραγιάννη, τούτος ο άδικος κανόνας δεν τηρήθηκε· τόλμησε ο μάστορας, έστω δειλά όπως θα φανεί παρακάτω, να υπογράψει το έργο του. Εκεί, στη δεξιά όχθη, λίγο πριν τη διάβαση του γεφυριού, διαβάζεις σε μαρμάρινη πλάκα, εντοιχισμένη μάλιστα σε χτιστή -ιδιορρυθμία κι αυτό-  πέτρινη κολώνα: 
 
            




   



                 ΙΗ ΧΡ
         ΙΔΡΥΘΗ Δ΄ ΕΞΟΔ·
            Η ΓΕΦΥΡΑ
       ΓΕΩΓΙΟΥ Δ. ΚΑΡΓ
            1903 ΑΥΓΣ. 4
  ΤΕΚΤΟΝ ΦΟΤΗ ΒΡΑΝΗΣΤΑ





Στην πλάκα κυριαρχεί ένας καλοδουλεμένος σταυρός και το κείμενο απλώνεται, διαμοιράζεται, στις τέσσερες “γωνίες” του. Η αναφορά στον μάστορα γίνεται στο κάτω μέρος της όλης σύνθεσης, εκτός του πλαισίου που την καδράρει.[1]
Φώτης Βράνιστα λοιπόν ο πρωτομάστορας, ο γεφυράς! Όμως εκείνο το “Βράνιστα” υποψιάζει, δεν μοιάζει καθόλου με επώνυμο. Έτσι αποφάσισα να το ψάξω, αν και στο χωριό, λανθασμένα όπως αποδείχτηκε αργότερα, ήταν όλοι τους κατηγορηματικοί. «Φώτη Βράνιστα τον λέγανε. Το γράφει στον …σενέ[2]»… 


Ξ
αναγύρισα στην Κόνιτσα και πήρα τον δρόμο για την Τράπεζα, βόρεια τώρα. Ήξερα πως παλιά τούτο το χωριό το λέγανε ακριβώς έτσι, Βράνιστα. Κι ακόμη πως, εκείνα τα χρόνια, ο τόπος καταγωγής λειτουργούσε συχνά σαν επώνυμο. Άλλωστε η Τράπεζα, η παλιά Βράνιστα, κατά μήκος της κοιλάδας του Σαραντάπορου, συγκαταλεγόταν ανέκαθεν στα μαστοροχώρια της περιοχής.

Απευθύνθηκα στον πρόεδρο του χωριού Βασίλη Λωλίδη, 67 -το 1994- χρονών. Και τότε, έκπληκτος, τον άκουσα να μου εκμυστηρεύεται: «…είμαι απόγονος του Φώτη Λωλού. Ήταν πατέρας του πάππου μου. Ήταν ο καλύτερος πελεκάνος και τεχνίτης εδώ. Ανάμεσα στα άλλα, έκανε και πολλές θολογυριστές γέφυρες. Αυτός την έφτιαξε στο Πεκλάρι. Ο δικός μου ο πατέρας το …Λωλός το έκαμε Λωλίδης, το 1922»!
Να λοιπόν που είχε γίνει η αρχή, είχαν επαληθευτεί οι υποψίες μου. Το νήμα πια, σιγά-σιγά, πήρε να ξετυλίγεται· να διασταυρώνονται πληροφορίες, να προκύπτουν γεγονότα.

Ο Φώτης Λωλός γεννήθηκε στη Βράνιστα, σημερινή Τράπεζα -πρέπει στα μέσα του 19ου αιώνα. Υπερβολικά ανήσυχος χαρακτήρας -το παρανόμι που του έγινε επώνυμο λέει πολλά- διοχέτευσε όλη την ενεργητικότητά του στο επάγγελμα που εξάσκησε. Ξεχώρισε γρήγορα απ’ όλους τους συγχωριανούς του, καλοί κατά παράδοση πελεκητάδες.


Το γεφύρι στο Μπούσι (φωτο: ΑΓΗ/1986)



Δούλεψε στα πάντα και παντού, σ’ όλη την Ελλάδα, μα προπαντός στα Ζαγοροχώρια. Ιδιαίτερη κλίση -μιλήσαν για μανία- είχε να σηκώνει γέφυρες. Εκτός απ’ το γεφύρι στο Πεκλάρι, παλαιότερα είχε χτίσει το γεφύρι της Τοπόλιτσας στη θέση Μπούσι έξω από την Κόνιτσα -υπήρξε δημόσιο έργο, της τουρκικής διοίκησης.  Είναι αλήθεια πως εκεί, όλο το καλακαίρι του 1893, δούλεψε σκληρά. Σχεδίασε, πελέκησε, έχτισε, κατεύθυνε με μαεστρία τους τεχνίτες της παρέας του, κατορθώνοντας στο τέλος να στήσει ένα γεφύρι τόσο όμορφο που, ακόμα και σήμερα, σταματάς να το θαυμάσεις.
Το γεφύρι στου Κοτλή (φωτο: ΑΓΗ/1993)

Αλλά και το μικρότερο γεφύρι κάτω απ’ το χωριό Κορτίνιστα, σήμερα Νικάνωρας, δίπλα στο παλιό χάνι, είναι δικό του έργο -γεφ. στου Κοτλή. Πολλοί υποστηρίζουν πως, νεαρός, το 1871, είχε πάρει μέρος στην κατασκευή του γεφυριού του Σελού της Πουρνιάς, όπου πρωτοδιδάχτηκε τα μυστικά αυτών των τολμηρών κτισμάτων.
Παντρεύτηκε τη Γιαννούλα Παπακώστα απ’ την Κορτίνιστα, μάλλον συγγενή του ευεργέτη Καραγιάννη που αναφέρθηκε. Μαζί της απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Νικόλα,[3] τη Δημητρούλα, τον Χρήστο (Σκιπάρα) και τον Θανάση. Αργότερα έκανε και δεύτερο γάμο με τη Φροσύνη Καραλούλη απ’ τη Σταρίτσιανη (Πουρνιά), αποκτώντας τώρα τη Μάρθα και τη Θεοδώρα. Διαδοχικά μετακινήθηκε, κι έζησε, στην Κορτίνιστα και Σταρίτσιανη, χωριά των δύο γυναικών του.


Γ
ια τον Φώτη τον Λωλό, ενδιαφέροντα μου αποκάλυψε κι ο μόνος, τότε, εν ζωή εγγονός του Βασίλης Λώλος (γεν. 1911), παιδί του Θανάση. Τον αναζήτησα και τον συνάντησα στο Ζεμενό της Κορινθίας,[4] όπου κατέφυγε από την εποχή του εμφύλιου…





«Τι ξέρω για τον πάππο το Φώτη; Ότι ήταν ένας καλός καλλιτέχνης, ένας άριστος πελεκάνος! Το ξέρω αυτό κι απ’ το Νικόλα το Κατσίκη,[5] που εργάστηκα τρία χρόνια μαζί του. Μια χρονιά απ’ αυτές δουλέψαμε στα Γιάννενα, κι όταν περνάγαμε από τη πλατεία Μεραρχίας μου ’λεγε: Βάσιο,.. -έτσι μ’ έλεγε- το βλέπεις αυτό το ρολόι; Αυτό είναι του πάππου σου! Και στη Ζωσιμαία σχολή, τη παλιά, που βρίσκεται στο γυαλί καφενέ, και σ’ αυτή δούλεψε..! Πήγε ταξίδια παντού ο πάππος. Για τους συνεργάτες του, απ’ ό,τι ξέρω, ήταν ο Ζήσης ο Τσολίφης απ’ τη Κορτίνιστα, κι ο Γιάννης Γεωργιάδης απ’ τη Βράνιστα… Πότε έφυγε ο πάππος από Βράνιστα δε ξέρω ακριβώς· απ’ την Κορτίνιστα όμως για τη Σταρίτσιανη έφυγε το ΄13-΄14, όταν εγώ ήμουνα 3 χρονών. Τότε πούλησε και το σπίτι που είχαμε εκεί· 60 ναπολιόνια το ’δωσε»…





Κλείνοντας, θα αναφερθώ σε μια εμμονή του μαστορο-Φώτη κατά το χτίσιμο των γεφυριών, αλλά κι σε μια προκλητική για την εποχή πράξη του, που, τελικά, μαρτυρούν την ιδιορρυθμία τού ανήσυχου, ανυπότακτου χαρακτήρα του -οι άλλοι, είπαμε, τον έλεγαν Λωλό, που του έμεινε, ονοματίστηκε έτσι..!

Το τόξο κατά την τεχνική του Φ. Λωλού (ΑΓΗ)
Πίστευε πως τα τόξα των γεφυριών, αν χτίζονταν καλά, δεν είχαν ανάγκη δεύτερης σειράς θολιτών, επάλληλου ενισχυτικού στεφανιού. Πρέπει να είχε επηρεαστεί, πειστεί για μια τέτοια τολμηρή καινοτομία, παρατηρώντας τους σπουδασμένους μηχανικούς που ήδη δοκίμαζαν έτσι. Οι άλλοι μαστόροι, πιστοί στη λαϊκή γραμμή, ανησυχούσαν, ακούγοντάς τον κουνούσαν με ερωτηματικό το κεφάλι τους. Εκείνος όμως επέμενε πως, το πολύ-πολύ, μόνο στην κορύφωση του τόξου που η όλη κατασκευή λέπτυνε, αδυνατούσε επικίνδυνα, να έβαζαν επιπλέον καμαρολίθια. Τελικά αυτή του η τεχνική έμελλε να αποτελέσει το ιδιαίτερο, αναγνωριστικό χαρακτηριστικό της τέχνης του -ομολογουμένως υπήρξε πρωτοπόρα για τότε αφού οι μηχανικοί αργότερα θα καταργήσουν οριστικά το εξωτερικό ενισχυτικό τόξο.
Και το περιστατικό που αναστάτωσε τη μικρή κοινωνία στο Πεκλάρι όταν ο Λωλός  τελείωσε το γεφύρι του Άι-Νικόλα -κάποιοι βρήκαν την ευκαιρία να τον επικρίνουν έντονα γι’ αυτό: ο ευεργέτης, ο χρηματοδότης της κατασκευής, Γιώργος Καραγιάννης, χαρούμενος για το αποτέλεσμα και δικαιολογημένα καμαρώνοντας, παράγγειλε σε μαρμαρογλυφείο των Ιωαννίνων την πλάκα που θα διαιώνιζε την υστεροφημία του για πολλά χρόνια -κατά τα συνηθισμένα μετά τον σταυρό και πριν την ημερομηνία της ολοκλήρωσης του έργου χαράχτηκε το ονοματεπώνυμό του. Ο μαστορο-Φώτης χολώθηκε όταν την είδε -πουθενά το δικό του όνομα- αλλά δεν είπε τίποτα. Πήρε να χτίζει τη στήλη, στο έμπα του γεφυριού, όπου και θα την εντοίχιζαν. Όμως στο τέλος δεν άντεξε… Χαμηλά, στο κάτω μέρος της πλάκας, σχεδόν πάνω στο επιμελημένο κάδρο της, χάραξε -εντάξει λίγο ανορθόδοξα και κάπως άτσαλα- και το δικό του όνομα: ΤΕΚΤΟΝ ΦΟΤΗ ΒΡΑΝΗΣΤΑ. Πολλοί τότε στο χωριό, αλλά και παραέξω, μίλησαν για θράσος, επιτιμητικά για τον άξεστο Λωλό -όνομα και πράμα, σχολίασαν- μα οι μαστόροι, όλοι τους, ακόμη κι όσοι το άκουσαν στα υπόλοιπα μαστοροχώρια τις επόμενες μέρες, το καταχάρηκαν, γέλασαν κάτω απ’ τα μουστάκια τους -επιτέλους, σκέφτηκαν! Ήταν η πρώτη φορά πού έγινε κάτι τέτοιο· δίπλα στο όνομα του χορηγού να φιγουράρει και εκείνο του τεχνίτη -ήδη είχε ξεκινήσει ο 20ος αιώνας!

Ο Φώτης ο Λωλός, ο …Βράνιστα, πέθανε τον Οκτώβρη του 1917.



[1] Έχει ξεκινήσει ένας καινούριος αιώνας και φαίνεται πως οι συνθήκες ωριμάζουν. Οι ίδιοι οι μαστόροι, συνειδητοποιώντας την αξία πια της τέχνη τους, αρχίζουν να διεκδικούν. Θυμίζω την παρόμοια περίπτωση των αδερφών Τσίπα απ’ την Πυρσόγιαννη. Έβαλαν κι αυτοί το όνομά τους στο γεφύρι που έχτισαν την επόμενη χρονιά στο Δίκορφο, στο Ζαγόρι.
[2] Πλάκα με  χ ρ ο ν  ο λ ο γ ί α  κατασκευής.
[3] Μάστορας κι αυτός καλός, στα αχνάρια του πατέρα του, δούλεψε σε διάφορα μέρη -και στο Πεκλάρι, όπου «…στις αρχές του αιώνα μας, έστρωσε με πλάκες τετράγωνες πελεκητές το δάπεδο και των δύο εκκλησιών μας, του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Παντελεήμονα» (Ηλία Δήμου, Ευεργέτες του χωριού μας, στο περ. «Κόνιτσα», τχ. 18-19/1981, 254).
[4] Στα τέλη Αυγούστου του 1995.
[5] Σπουδαίος μάστορας από το Μποτσιφάρι, σήμερα Μοναστήρι, της Κόνιτσας. Δούλεψε πολύ στο Ζαγόρι. Τον θυμούνται ακόμη για την τέχνη του, μα και την τιμιότητά του. Όταν κάποτε λάθεψε στους υπολογισμούς του κι έπεσε έξω οικονομικά, πούλησε κι αυτά τα μουλάρια του για να ξεπληρώσει μέχρι δεκάρας τους μαστόρους της παρέας του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου