Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

√ Ένας γεφυράς θυμάται...



Πασχάλης Ζούνης
Ένας γεφυράς θυμάται...



Ο Πασχάλης Ζούνης γεννήθηκε στην Πυρσόγιαννη της Κόνιτσας το 1898. Όπως όλοι στο χωριό του, έγινε κι αυτός μάστορας, πολύ καλός πελεκάνος, κι άρχισε τα ταξίδια.
Στα 1928 με ΄27 έφτιαξε με το συνεργείο του, κάτω απ’ το Δολό, στο δρόμο προς Πωγωνιανή -τότε Βοστίνα- το γεφύρι του Κουβαρά.
Γι’ αυτό το έργο, αλλά και για τις εμπειρίες της τέχνης του, μίλησε Οκτώβρη του 1986 στην Πωγωνιανή, όπου είχε εγκατασταθεί στα τελευταία χρόνια της ζωής του κοντά στην κόρη του.
Πέθανε δύο χρόνια αργότερα, το 1988




Λ
έγομαι Πασχάλης Ζούνης. Είμαι απ’  τη Πυρσόγιαννη στη καταγωγή. Ναι! Πόσο χρονών είμαι; Είμαι τώρα μικρός, 88 χρονών. Ήμουνα μάστορας. Ήτουνε ο πατέρας μου μάστορας, μάστορας κι εγώ. Έμαθα τη τέχνη. Από μικρός πήγαινα κοντά που ήτουνε ο πατέρας μου. Ο γέρος ο δικός μου ήτουνε ο πρώτος μάστορας. Δεν ήτουνε κανένας  άλλος. Ο Γιάννης Ζούνης! Πρώτος! Κανένας άλλος. Κι ο παππούς την ίδια δουλειά. Βασίλης Ζούνης αυτός, μάστορας, δε πήγε σκολειό…

Ήμουνα στη Βέροια, στο Μελίκι, φτιάχναμαν την εκκλησία. Από ’κει με πήρανε στρατιώτη. Με το στρατό μας γυρίζανε Ουκρανία, μπήκα Ρουμανία, πήγα Μικρασία! Ε.., τι να σου πω τώρα, παραμύθια…

Ο Π. Ζούνης δουλεύει στην Αθήνα

Εγώ έφτιαξα δικιά μου ομάδα. Τώρα είχα πέντε μαστόρους, έτσι; Την άλλη χρονιά είχα τρεις, την άλλη χρονιά είχα δύο, την άλλη χρονιά είχα δέκα. Ήμουνα επικεφαλής. Ναι! Ξεκινούσαμε με τα ζώα. Με ζώα πηγαίναμαν, με ζώα ερχόμασταν.
Ήτουνε τότε τα μπουλούκια. Σε ποιο μπουλούκι δουλεύεις; Στου Πασχάλη παραδείγματος χάρη. Σε ποιο δουλεύεις; Στου Κωστάκη. Στου τάδε. Λέγανε του πρωτομάστορα τ’ όνομα. Και τσιεράκια είχαμαν να δουλεύουνε, να μαθαίνουνε. Άλλα κουβαλούσανε με τα μουλάρια πέτρες, άλλα κουβαλούσανε με το πηλοφόρι λάσπη που χτούσαμαν. Αυτό είναι. Ναι!
Είχαμαν πολλά εργαλεία. Είχαμαν χτινιές, μπικούνια, πολλά. Αυτά τα φτιάχναν οι σιδεράδες. Ήτουνε απαραίτητοι στο χωριό. Καλέμια, βελόνια, χίλια δυο. Ο σιδεράς ήτουνε απαραίτητος.
Φεύγαμαν και πηγαίναμαν μακρινά ταξίδια. Είχαμαν σκληραγωγία μεγάλη. Δύσκολα χρόνια. Δύσκολα ήτουνε βέβαια. Τότες υπήρχανε Τούρκοι, τότες υπήρχανε κλέφτες, τότες υπήρχανε απ’ όλα τα αγκάθια. Κατάλαβες; Πολύ δύσκολα. Πάρα πολύ. Λοιπόν, έρχονται ένα βράδυ, ένας αποκηρυγμένος απ’ τη Τζεριμέ, ένα χωριό πλάι, απ’ τα Αγόρενα, και μας πήρανε ένα μουλάρι. Πέντε χιλιάδες! Και δώσαμε πέντε χιλιάδες να μας το φέρουν πίσω το μουλάρι αυτό…

Επιγραφή: Αρχιτέκτων Π. Ζούνης
Εκεί είμασταν όλοι μαστόροι. Τήρα: εγώ, του Παπαγιάννη το παιδί ο Γιάννης, ο Γαλάνης, ήτουνε δυο-τρεις άλλοι, ο Κολοβός, ήτουνε όλοι απ’ τη Πυρσόγιαννη. Ναι, αυτοί ήτουνε. Φτιάχναμαν και τις πέτρες. Εμείς όλα ε! Και μια στέρνα είχαμαν με κουρασάνι που έφτιαχνε ο γέρος ο δικός μου. Στούμπιζε κεραμίδι, το κοσκίνιζαν, το κάναν λάσπη. Αυτό δε ξεκολλούσε ποτέ. Και ρίχναν και ασπράδι από αυγό για να το χρησιμοποιήσουν. Στο Νικολίτσι -δε πήγες στο Νικολίτσι να δεις την εκκλησία;- ρίξαν στη στέρνα του χωριού ασπράδια για την εκκλησία…

Εμείς χτίζαμαν απ’ όλα. Απ’ όλα τα είδη φτιάχναμαν. Εκκλησίες, καμπαναριά, τζαμιά, μύλους. Μας λέγανε καρκαλάδες εκεί στην Αλβανία που φτιάχναμαν μύλους. Εγώ, ο Φώτης ο Καλούδης, ο Γιάννης ο Παρδελώνας. Σπίτια φτιάχναμαν πολλά. Σ’ αυτά κάναμαν και μπαξίσια. Πήρα μια φορά στα μπαξίσια σαράντα μαντήλια…

Εγώ δουλέψει παντού. Εδώ, στο Πωγώνι, σε πολλά μέρη, αλλά και στην Αθήνα. Έκανα τη μάντρα στη Βιαμάξ με κίτρινη πέτρα απ’ το Καπανδρίτι. Στο Γηροκομείο, στην οδό Κηφισίας, πελέκησα μια-μια πέτρα του. Έφκιαξα πολλά τζάκια, πολλά. Με παρέα Πυρσογιαννίτες. Ναι! Δούλεψα και κάτω στο Τουρκολίμανο, στο Πειραιά. Φτιάχναμαν εκεί ένα μέρος, -δεν είναι εύκολο να σου πω- ένα μέρος που ήτουνε εκατό  μέτρα επί εκατό. Ήτουνε θάλασσα και γίνηκε ξηρά. Του βασιλέως την εξέδρα κάναμαν. Το παιδί του κόντεψε να πάει αποκάτω αν δεν ήμουνα εγώ. Ανέβαινε κει πέρα, γιατί ήτουνε στον ιστιοπλοϊκό όμιλο…

Αριστερά: Χαράλαμπος, Πασχάλης και Θανάσης Ζούνης. Τρία αδέρφια, τρεις πελεκάνοι. Δεξιά: Οικογένεια Ζούνη


Φ
τιάχνανε οι Πυρσογιαννίτες και γεφύρια, έφτιαχνα κι εγώ. Κιοπρού λέγανε το γιοφύρι παλιά, επί Τουρκίας. Ήτουνε δύσκολο πολύ να φτιάξεις ένα γιοφύρι! Πιο δύσκολα από ’να σπίτι, πιο δύσκολα. Εγώ έμαθα στο πατέρα μου. Τον είχανε πάρει στη Κόνιτσα τρεις φορές, τέσσερις, να οδηγήσει εκεί τα γιοφύρια, να τα φκιάξουνε καλά. Ου..., έχει στη Κόνιτσα γιοφύρια, έχει πολλά… 
Στη στροφή, εκεί πάνω, στο δρόμο που είναι και δημόσιος, απάνω που πάμε για τα Τσαραπλανά, είχανε, πώς να σου πω, είχανε το συνεργείο, παράγκα που δουλεύανε. Δούλευαν οι μαστόροι εκεί που ήτουνε η δουλειά. Σ’ αυτή τη παράγκα πήγαιναν να τρώνε, να φάνε, να πιούνε, να πλερώσουνε. Εύρισκες να φας, μαγεριό. Οι μαστόροι αυτοί, που δούλευαν αυτού, ήτουνε όλοι πιλικάνοι, καλοί μαστόροι. Όλα τα γιοφύρια τότε αυτού τάχαν όλα καμωμένα οι Πυρσογιαννίτες. Εργολαβικώς. Μη ψάχνετε να βρείτε κανένα, τίποτα. Όλα τα γιοφύρια τα ’χουνε κάμει οι Πυρσογιαννίτες. Πολύ μαστόροι, καλοί, μηχανικοί, να φτιάχνουν γιοφύρι και δυο γιοφύρια πάνω στ’ άλλο το γιοφύρι. Οι Τούρκοι; Όχι, δεν φτιάχνανε γιοφύρια, δεν είχανε μυαλό για… Είχανε μυαλό για τουφέκι. Ναι!
Αν πέφτανε τα γιοφύρια; Άμα δε τα ’φτιανες καλά… Αλλά βρίζανε ύστερα. Γιατί να πέσει το γιοφύρι; Λόγω θεομηνίας, έβρεξε πολύ, ξέρω ’γω, πάγωνε έπεφτε. Βέβαια!

Πυρσογιαννίτες δε φτιάξαν και το γιοφύρι στη Κόνιτσα; Ο Ζιώγας ο Φρόντζος, ναι! Όταν ήμουν μικρός εγώ το χαλάσαν λίγο, οι Τούρκοι που φεύγανε το χαλάσαν παραλίγο. Είχε έρθει ο …Τζαβήτης και του ’δωκε μια κι έκοψε το θόλο. Το ’κοψε στη μέση, αλλά όχι κάτω-κάτω, κόψιμο μέχρι κει που ανοίγει μετά ο θόλος. Πήγα εγώ, πέρασα κει, από άκρη λιγάκι, σιγά-σιγά, κι έφυγα, πήγα στα Γιάννενα.*  Λέγανε, ήρθανε οι Ιταλοί, λέει, και το είδαν το γεφύρι. Ναι! Θαύμασαν και οι Ιταλοί οι ίδιοι. Σου λέει, πώς το ’χει αυτός καμωμένο; Το ’χει με το διαβήτη, να το φέρει στρόγγυλο. Μάλιστα λένε, λέγανε, αυτό το γιοφύρι χτίζανε από τη μια μεριά οι Πυρσογιαννίτες και από την άλλη μεριά χτίζανε οι Βουρμπιανίτες. Και αφού το φέρανε στο σημείο, στο κλειδί, λέει, έπεσε των Βουρμπιανιτών.
- Οι Πυρσογιαννίτες το λένε αυτό παππού;
- Αμ ποιος το λένε. Χα…

Το γεφύρι του Κουβαρά

Κι εγώ έχω φτιάξει γιοφύρια. Ένα έφτιαξα στου Κουβαρά, κάτω στο ρέμα στο Δολό. Στο βαθύ το ρέμα έχει και γιοφύρι κάτω, Και έχω γραμμένο …“επί ελληνικής Δημοκρατίας ανηγέρθη…” το γιοφύρι αυτό. Τότες που ήτουνε οι γερουσιαστές, 1926-1927, τότες! Ήμουνα επικεφαλής εγώ, τότε. Δούλεψα μέχρι που το ’φερα στο ίσιο, πάνω. Κάναμαν θόλο και το γεμίσαμαν. Φτιάχναμαν ασβεσταριά, όχι μπετό, με πέτρες το γεμίσαμαν. Φτιάξαμαν σκαλωσιές, δεν είχε πολύ νερό. Χτίζαμαν όταν σταματούσε…
Αν κάναμαν σχέδιο; Όχι. Το σχέδιο μάς το ’φέραν. Ήτουνε ένας έπαρχος τότες, ήτουνε κι ο γραμματεύς να πούμε του επάρχου. Να χτίσουμε ένα γιοφύρι, είπε, τέτοιο, αυτό εδώ, μ’ αυτό το τρόπο, μ’ ένα τόξο. Είχε κάποιο Μελιγκάνο, κουτσό, που ’ταν στα Γιάννενα. Ήτουνε μηχανικός· ναι! Και οι μαστόροι εξ αδιαιρέτου. Ήτουνε οι μαστόροι πότε πέντε, πότε τέσσερις, πότε κι ένας. Χτούσα στο τέλος μοναχός μου. Δούλεψα και μόνος! Όχι, όχι τσιμέντο· ασβέστη· ασβέστη και πέτρα. Αυτό το γιοφύρι ήτουνε τότες..!
Όταν ήρθε ο έπαρχος, με το μηχανικό, το βγάλανε ότι αυτό ήτουνε πάνω από πενήντα χιλιάδες δραχμές. Τότες, το 1927! Τι λες; του λέω -πρόεδρος στο χωριό ήτουνε, τότες, ένας Κούλας- το ’χουμε, λέω, δέκα έξι χιλιάδες δραχμές. Τι λες μωρέ, δέκα έξι χιλιάδες δραχμές αυτό το γιοφύρι; Θαύμασε κι αυτός! Για τη τιμή που είπαμαν. Φάνηκε πολύ φτηνό…
Πόσο καιρό κάναμαν; Τι να σου πω τώρα. Αρχίσαμαν τέτοιο καιρό. Δούλευα εγώ, μονάχος μου, μέχρι και Νοέμβρη, Δεκέμβρη. Δούλευα αργά, μονάχος στο γιοφύρι, αλλά επειδής ήτουνε χειμώνας, ήτουνε πάνω έτσι οι βράχοι· και μόλις έβγαινε ο ήλιος, οι πέτρες κυλούσαν, έρχονταν κάτω. Ξεπάγωνε και πέφτανε οι πέτρες κάτω. Είναι μια χαράδρα εκεί βαθιά, πολύ επικίνδυνη. Είναι μέσα στη χαράδρα αυτό το γιοφύρι. Θα το δεις…

Πασχάλης Ζούνης (1898-1988)
Ήτουνε δύσκολα να φτιάξω το γιοφύρι! Έπρεπε να ’χεις ξύλα να κάνεις το τόξο, το βόλτο να πούμε, με ξύλα, να βάλεις άλλες κέντες εκεί πέρα, κι απάνω να ρίξεις τα πέταβρα για να πάρεις να το χτίσεις ύστερα. Μετά τα αφαιρούσαμαν τα ξύλα αυτά. Μάλιστα! Χτούσαμαν πάνω πέτρες κι ερχόμασταν στο κλειδί. Εκεί, στις Γούβες, στο γιοφύρι αυτό που λέμε τώρα, στου Κουβαρά, έχω δυο πέτρες, τη μία από τη μια μεριά και μία από την άλλη, δύο· και δυο από τούτη τη μεριά, τέσσερις πέτρες· δηλαδή μονοκόμματες εννοώ. Μεγάλες πέτρες. Κάλυπτε, ας πούμε, το ήμισι. Τις πέτρες, όλες, τις βγάλανε κάτι Οθωμανοί που ήτουνε Αρβανίτες, επί τόπου, εκεί κοντά στο γιοφύρι από κει μεριά· ναι…
Έτσι λοιπόν το ’χτισα το γιοφύρι στο Κουβαρά. Αλλά, είπαμαν, ήτουνε πολύ επικίνδυνο αυτό! Ρίξαμαν κι αυγά! Το χωριό ’κανε κουμάντο. Έφερε στη στέρνα. Στο τέλος κάναμαν και γιορτή, μ’ όλο το χωριό, το Δολό. Γλέντι με φαγητά, κι αυτά. Βέβαια…

Αυτά. Αλλά άμα περνάνε τα χρόνια, περνάνε και τα μνημονικά… Όλα! Βέβαια.  Άκου ’δω, ήσαντε δύσκολα, αλλά ήσαντε και ωραία χρόνια τότες! Εμείς, και τα χρόνια φαίνονται πως ήμασταν εδώ, και τα έργα φαίνονται πως ήμασταν εδώ..! Να τα μάθετε σεις τώρα, να τα λέτε σ’ αλλουνούς, παρακάτω…



* Αναφέρεται στη ζημιά που του προξένησαν οι Τούρκοι όταν υποχωρούσαν το 1912-13. Διέταξε ο  Τσιαβήτ πασάς και το κανονιοβόλησαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου