Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

√ Θρύλοι και Δρώμενα


Θρύλοι και Δρώμενα

Ήταν κάποτε, λένε, ένας πασάς στου Δαμαλά, που θέλησε να γεφυρώσει τον Κρεμαστό. Το ανέθεσε στον καλύτερο τεχνίτη της περιοχής, τάζοντάς του πολλά, μα συνάμα και τον απείλησε πως, αν δεν τα κατάφερνε, θα του ’παιρνε το κεφάλι. Προσπάθησε με τέχνη ο μάστορας -ήταν δύσκολη η δουλειά, μα δεν μπόρεσε να το στεριώσει. Έτσι, ανήμπορος, περίμενε στην όχθη του ποταμού το τέλος του.
Τότε, ξαφνικά, παρουσιάστηκε μπροστά του ο διάβολος που, πονηρός, του ’ταξε όχι μόνο το χτίσιμο του γεφυριού, αλλά και ό,τι άλλο ήθελε, αρκεί να του χάριζε τη ψυχή του. Απελπισμένος ο μάστορας δέχτηκε, ζήτησε όμως και του προεστού τη θυγατέρα για γυναίκα, ζήτησε και χρήματα πολλά για να γίνει πλούσιος και, ακόμη, τρία χρόνια ζωής για να τα χαρεί όλα τούτα. Συμφώνησαν και το πράμα πήρε το δρόμο του. Γενναιόδωρος μάλιστα ο διάβολος, του χάρισε έξι χρόνια ζωής.
Όταν γίναν όπως τα ’πανε, ευχαριστημένος ο …τυχερός γεφυράς άρχισε να γλεντάει τη ζωή του. Ώσπου μια μέρα σηκώθηκε τέτοια ανεμοζάλη, που σκόρπισε το μάστορα, σκότωσε τη γυναίκα του, του γκρέμισε και το σπίτι. Γιατί τα έξι χρόνια είχαν πια περάσει. Το μόνο που απόμεινε, ήταν το …Διαβολογιόφυρο.1

Μέσα από την ευκολοχώνευτη πλοκή του παραπάνω μύθου, εκείνο που τελικά απομένει, είναι ο απόηχος της σύγκρουσης ανάμεσα στην επιθυμία και την ενοχή. Από τη μια μεριά, η φιλόδοξη τάση του ανθρώπου να εξουσιάσει τη φύση, από την άλλη, η τύψη για τούτη την παρέμβαση, ο φόβος της εκδίκησης που με σιγουριά κάποτε θα ’ρθει. Αποκαλεί έτσι τον κόπο του Διαβολογιόφυρο, αντίθετα με άλλο γεφύρι που είχε την τύχη να σκαλιστεί στο βράχο μοναχό του, από την ορμή του ποταμού. Αυτό θα το βαφτίσει Θεογιόφυρο και θα το δεχτεί χωρίς αναστολή.
Παρ’ ‘όλα αυτά, θα συνεχίσει ο απλός άνθρωπος να χτίζει γεφύρια. Έπρεπε, αφού ήταν μέσο επικοινωνίας, προϋπόθεση πολιτισμού. Έπρεπε, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε παρέκκλιση από τα καθιερωμένα, απ’ τα φυσιολογικά. Για να δικαιολογηθεί, βέβαια, γέννησε ένα σωρό παραδόσεις, θρύλους, δοξασίες, προλήψεις, που δεν είναι τίποτα άλλα, παρά απλοϊκές, σε μορφή παραμυθιού, προσεγγίσεις του ανεξήγητου. Τέτοιο φάνταζε τότε ό,τι ξέφευγε απ’ το κοινό μέτρο.


Γέννημα της σχέσης δημιουργού-κατακτητή και του έργου του, σχέση φόβου και περηφάνιας, δέους και ευγνωμοσύνης, είναι και ο γνωστός θρύλος “του γιοφυριού της Άρτας”, στην ουσία τραγούδι υπόκρουση στην αγωνία του…

Σαρανταπέντε μάστοροι κ’ εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι ν’ εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
- Αν δε στοιχειώσετ’ άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει…


   Σύμφωνα με παμπάλαιη δοξασία,2 για να στεριώσει ένα οποιοδήποτε κτίσμα, απαιτείται η θυσία “ζώου ευγενικού”. Ειδικά για το γεφύρι -τόσο χρήσιμο, τόσο δύσκολο- τη θέση του θύματος πρέπει να πάρει ο ίδιος ο άνθρωπος, το ευγενέστερο “ζώο”. Τελικά, η επιλογή της γυναίκας του πρωτομάστορα, αποσκοπεί στην όσο πιο επώδυνη -κατά τη λαϊκή αντίληψη- τιμωρία του υπεύθυνου. Αυτός που μένει υποφέρει περισσότερο, πίστευε ανέκαθεν ο λαός. Του πρέπει, λοιπόν, πόνος παρατεταμένος του πρωτομάστορα -στην ουσία κάθε καινοτόμου δημιουργού-, αφού είναι αυτός που τόλμησε να αψηφήσει νόμους αιώνιους, να εξουσιάσει ανίκητες φυσικές δυνάμεις, όπως η ορμή του ποταμού. Άλλωστε, η εξαγγελία της θυσίας γίνεται από ένα πουλί, καθεαυτό εκφραστικό στοιχείο της φύσης.
Η θυσιασμένη ανθρώπινη ψυχή -πίστευαν τότε όλοι τους-, σαν στοιχειό πλέον του γεφυριού, θα μπορούσε να κρατάει μακριά κάθε εχθρό του, θα εξιλέωνε τις “δαιμονικές” δυνάμεις, τους θεούς των ποταμών, οι οποίες και θα επέτρεπαν παρέμβαση στο χώρο εξουσίας τους.


Από την αρχαία ακόμη εποχή τα ποτάμια είχαν λατρευτεί σαν θεοί και είχαν κάποτε παρασταθεί με μορφή ταύρου ή φιδιού που ’χε κεφάλι ανθρώπινο (Αχελώος). Αλλά και στα αετώματα των ναών, οι όποιες παραστάσεις συνήθιζαν να κλείνουν, στις άκρες της βάσης τους, με προσωποποιημένους ποτάμιους θεούς (Κηφισός, Αλφειός, Αώος). Έτσι κι ο λαός, με διάφορες εκδηλώσεις μυστικισμού, επιδίωκε την εύνοιά τους για να επιτύχει την ευφορία της γης, αλλά και τη δική του ευγονία.
Της τελευταίας απόηχος, θα πρέπει να θεωρηθεί και μια πρόληψη που μέχρι τα τελευταία χρόνια επικρατούσε στο Ζαγόρι της Ηπείρου. Εκεί, όποια γυναίκα, ατυχώντας, γεννούσε το παιδί της πεθαμένο, αφού κατέβαινε στο πιο κοντινό ποτάμι, έσπρωχνε μέσα στο νερά, από την κορυφή της καμάρας κάποιου γεφυριού, μία ή περισσότερες αρκάδες του, όρθιες δηλαδή πέτρες που ασφάλιζαν το διάδρομο διάβασης. Ήταν τέτοιες οι συνέπειες τούτης της περίεργης, κατ’ αρχήν, πράξης, που πολλά στην περιοχή γεφύρια κυριολεκτικά …ξεδοντιάστηκαν. Αλλά για να έλθουμε στην εξήγηση, τούτη πρέπει να αναζητηθεί, σύμφωνα και με όσα παραθέσαμε παραπάνω, στους πολύ παλιούς χρόνους.

Τι πιο φυσικό από τη λύπη μιας γυναίκας που μόλις την τελευταία στιγμή αποτυγχάνει να γίνει μητέρα! Πίσω, όμως, από κάθε λύπη, ενδόμυχα, φωλιάζει πάντα και ένα ακαθόριστο μίσος που ψάχνει να βρει τον φταίχτη. Στην περίπτωση της Ζαγορίσιας κυράς, από μια λανθάνουσα στο υποσυνείδητο διαίσθηση, φαίνεται να εντοπίζεται ο παλιός προστάτης της ευγονίας, ο ποταμός, που, όμως, αυτήν την αδίκησε. Κι ακολουθεί η εκδίκηση πετροβολώντας τον. Υπάρχουν καταγραμμένες πολλές τέτοιες περιπτώσεις αντίδρασης στη λαϊκή συμπεριφορά. Το ότι εδώ η γυναίκα του Ζαγοριού διαλέγει από ένα γεφύρι να τιμωρήσει το ποτάμι, δεν είναι τυχαίο. Πρόκειται ακριβώς για την κατασκευή που στην ντόπια αντίληψη ταπείνωσε τον ατίθασο ποταμό ζεύγοντάς τον.3


Το παλιό, όμως, πέτρινο γεφύρι, φορτισμένο υπέρμετρα στη φαντασία του κόσμου, πρωταγωνιστεί και σ’ άλλα εντυπωσιακά δρώμενα τού τότε. Να μείνουμε ακόμη στο Ζαγόρι και να παρακολουθήσουμε ένα στενό, ψηλό γεφύρι, να παίζει καθοριστικό ρόλο στη σκηνή ενός ιδιότυπου λαϊκού δικαστηρίου. Θυμάται ο ηλικιωμένος και διηγείται..:
«Εδώ, στου Κόκκορου το γιοφύρι, όχι το σημερινό, το παλαιότερο, ήταν έτσι φτιαγμένο, που το χρησιμοποιούσαν για να τιμωρούν του ζωοκλέφτες. Να πως γινότανε: όταν έναν τον υποψιάζονταν, ή τον έπιαναν να κλέβει, κι αυτός διαμαρτυρόταν ότι είναι ψέματα, είναι αθώος, και τέτοια, του έλεγαν: “Πάρε αυτή τη γίδα, βάλτη στον ώμο και πέρνα από ’δω να πας πέρα”. Αλλά να είναι το γιοφύρι πλημμυρισμένο! Αν περνούσε με τη γίδα, ήταν αθώος, ήταν απόδειξη. Όσοι όμως πνίγονταν, ήταν ένοχοι. Γι’ αυτό τιμωριούνταν…».4


Η επόμενη εικόνα, που εξακολουθεί να επιβιώνει μέχρι και σήμερα, εστιάζει σ’ ένα “ψίκι”, σε μια γαμήλια πομπή. Όταν αυτή έφτανε μπροστά σ’ ένα γεφύρι, οι οργανοπαίκτες σταματούσαν το τραγούδι, η νύφη και ο γαμπρός ξεπέζευαν από τα άλογα, το ίδιο και οι άλλοι, κι έτσι, σιωπηλοί και κατηφείς, περνούσαν σιγά-σιγά στην άλλη όχθη.
Πίστευαν πως αν δεν τηρούσαν τούτο το έθιμο, η στοιχειωμένη, συνειδητοποιώντας τη διαφορά τού πάνω από τον κάτω κόσμο, θα παράταγε το κράτημα, θ’ άρχιζε τα βογγητά, μπορεί και το χορό, κι έτσι το γεφύρι θα ’τριζε, θα κουνιόταν, μπορεί και να σωριαζόταν μέσα στο νερό. Δεν ήθελαν, λοιπόν, να προκαλέσουν.


Στη συνέχεια θα κατέβουμε στις υπώρειες της Ανατολικής Πίνδου, στα Καραγκουνοχώρια της Καρδίτσας, να γνωρίσουμε τι πίστευαν εκεί για τα γεφύρια...

«Ο Καραγκούνικος κόσμος πίστευε πως στα γεφύρια έχουν την κατοικία τους τα κακά πνεύματα, όπως οι καλότ’χες, οι λάμνιες, οι δράκοντες, οι νεράιδες και έβγαιναν τη νύχτα στους διαβάτες και τους φώναζαν στο όνομά τους. Αν απαντούσαν με τη λέξη “ε” τον έλεγαν “εξ και έλα κοντά μου”. Τον έπαιρναν τη φωνή του και στις σαράντα μέρες θα πέθαινε. Το αυτό γίνονταν κι αν κοιμόταν κοντά ή δίπλα στα γεφύρια. Άμα όμως στο κάλεσμα απαντούσαν “ορίστε” δεν τον έπαιρναν τη φωνή του, γιατί τον όριζε, προστάτευε ο Θεός. Έτσι οι καλότ’χες εξαφανίζονταν. Πίστευαν επίσης πως έβγαιναν στα γεφύρια τα στοιχειώματα, όπως πρόβατα, αγελάδες, άνδρες με σπαθιά, γυναίκες γυμνές χορεύοντας και άλλες μαυροντυμένες, για να κάνουν κακό στους διαβάτες. Φοβόνταν τα περάσουν τη νύχτα απ’ τα γεφύρια, για να μην τους μπλατσιάσουν τα κακά πνεύματα, όπως έλεγαν. Πάντα όταν περνούσαν τα γεφύρια, έκαναν το σταυρό τους. Και τα γρόσια πίστευαν πως στοιχειώνονταν και έκαναν το θόρυβο: τσιάγκα - τσιούγκα».5


Θα τελειώσουμε με το λεγόμενο γεφύρι της Τρίχας. Πρόκειται για ένα φανταστικό γεφύρι, όπου επικεντρώθηκε όλη η μεταθανάτια αγωνία του ανθρώπου. Το στέριωσε ο νους του, ελπίζοντας στη λύτρωση, αν κατόρθωνε βέβαια να το διαβεί στο στερνό ταξίδι. Φτενό -το λέει και τ’ όνομά του-, τρέμει πολύ και πανικοβάλει τις ψυχές. Γι’ αυτό, δεν παράλειπαν να βάλουν στο στόμα του πεθαμένου το “πέραντρο”, έναν ασημένιο παρά, για να το πάρει ο άγγελος και να βοηθήσει.
Εδώ εμπλέκονται δοξασίες παμπάλαιες, σαν αυτές που αναφέρονται στον Αχέροντα, τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα, με νεότερες, που θέλουν το τρίχινο γεφύρι, μονότοξο ή τρίτοξο, να ζεύγει πότε ένα και πότε τρία ποτάμια…

Τώρα στον αποχωρισμό τρεις ποταμούς διαβαίνω,
ο ένας χωρίζει αντρόγενα, κι ο άλλος χωρίζει αδέρφια,
κι ο τρίτος ο φαρμακερός τη μάν’ απ’ τα παιδιά της…

Πενήντα μέρες μετά την Ανάσταση, το Ψυχοσάββατο, περίλυπες οι ψυχές, παίρνουν και πάλι το δρόμο της επιστροφής για τον κάτω κόσμο, για εκεί που άκουσαν το “άρατε πύλας” του Ιησού και απελευθερώθηκαν. Τώρα που ο Χριστός ανελήφθη στους Ουρανούς, πρέπει να ξανακατέβουν με οδηγό το Χάρο στην αβάσταχτη φυλακή τους.
Στο γεφύρι της Τρίχας θα φτάσουν την άλλη μέρα, ανήμερα της Πεντηκοστής, την ώρα ακριβώς που εμείς οι ζωντανοί συγγενείς τους θα γονατίζουμε στις εκκλησιές (γι’ αυτό και Κυριακή της Γονατιστής) και θα προσευχόμαστε μαζί με τους παπάδες. Θα παρακαλούμε να στεριώσει της Τρίχας το γεφύρι, να πάψει να τρέμει και να πανικοβάλει τις ψυχές. Αλλιώς, όσες είναι κολασμένες δεν θα μπορέσουν να το περάσουν, θα συνειδητοποιήσουν τις αμαρτίες τους και θα πέσουν στο ποτάμι, στην άβυσσο της κόλασης.6
Όλα τούτα, σήμερα -αξίζει να τονιστεί- εξακολουθούν να παραμένουν στη μνήμη· δεν σβήστηκαν εντελώς, τουλάχιστον σε κάποιους. Γι’ αυτό και η γιαγιά Ρηνώ, από τη Λέρο, κάθε βράδυ ζητάει στην προσευχή της…

Άη Γιάννη Θεολόγο
από σένα θέλω λόγο,
θέλω την ελπίδα σου
και τη σωτηρία μου,
 όταν ο Θεός
την ψυχή μου θα ζητήσει
στον Χριστό να τήνέ δώσει,
κι ο Χριστός να την περάσει
απ’ το τρίχινο γιοφύρι
που ’ναι τρομερό κριτήρι…7

Σπύρος Μαντάς


ΒΙΝΤΕΟ
 

  ΟΙ ΛΑΖΑΡΙΝΕΣ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟΓΚΕΦΥΡΟ

Σημειώσεις:
1. Νικ. Πολίτου, Μελέται περί του Βίου και της Γλώσσης του Ελληνικού Λαού - Παραδόσεις Α΄, Εν Αθήναις 1904, 852.
2. Νικ. Πολίτου, Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού, Εν Αθήναις 1914.
3. Σπύρ. Μαντά, Τα Ηπειρώτικα γεφύρια, Αθήνα 1984.
4. Σπύρ. Μαντά, Το γεφύρι κι ο Ηπειρώτης, Αθήνα 1987.
5. Τζιαμούρτας Ζήσης, Λαογραφική Πινακοθήκη των Καραγκούνηδων (Υλικός και Πνευματικός βίος), Καρδίτσα 1998, σελ. 315-316.
6. Κ. Ρωμαίου, Κοντά στις Ρίζες, Αθήνα 1980, 15 (Του Ρουσαλιού το Σάββατο).
7. Καταγραφή: Σπ. Μαντάς, ΑΓΗ (Φάκ. ΙΘ «Παραδόσεις - Τραγούδια»).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου